Μικρές Αγγελίες - Kleinanzeigen                Επαγγελματικός Οδηγός - Branchenbuch

  

Νίκος Θεοδώρου (Ταβέρνα «τα δύο αδέλφια»): Με πνεύμα ανήσυχο και καρδιά ελληνική

Στο κοσμοπολίτικο και πολυπολιτισμικό Βερολίνο δύο αδέλφια, ο Νίκος και ο Σαράντης Θεοδώρου με καταγωγή από το Νεοχώρι Σερρών, έχουν μπολιάσει την ελληνική παράδοση με τη σύγχρονη κουζίνα και τις επιθυμίες των πελατών τους.

Το εστιατόριο «τα δύο αδέλφια» διαθέτει ό,τι θα ήθελε ο κάθε επισκέπτης του, που μπορεί να ξεκινήσει από καλό φαγητό και καταλήγοντας σε ένα δροσιστικό κοκτέιλ. Το ανήσυχο πνεύμα, έκανε τον Νίκο Θεοδώρου να ξεκινήσει παράλληλα δύο ακόμη επιχειρήσεις, ενώ το μαγαζί τους έγινε γνωστό και το λουκάνικο που οι ίδιοι φτιάχνουν με ολόφρεσκα υλικά.
Ο Νίκος Θεοδώρου μιλά στον «Europolitis» για την πορεία του στον χώρο και μας εξηγεί τι πρέπει να κάνουν οι συνάδελφοί του από κοινού ώστε να έχουν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα, δηλαδή περισσότερη πελατεία.

- Καταρχάς, Νίκο, κατάγεστε από τις Σέρρες. Ποια ήταν η διαδρομή σου;
«Το χωριό μας, το Νεοχώρι, βρίσκεται κοντά στην Ηράκλεια Σερρών, δίπλα στη λίμνη Κερκίνη. Η περιοχή μας δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια, έχουμε όμως παραδοσιακά προϊόντα, όπως τα λουκάνικα, που το φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι και τα προωθούμε στο εστιατόριό μας.
Μεγάλωσα μέσα σε ταβέρνα, ο πατέρας μου ήταν εστιάτορας και είχε ανοίξει μια από τις πρώτες ταβέρνες στο χωριό, αφού γύρισε στην Γερμανία, κι εκεί πήρα τη… μαγιά, απέκτησα εμπειρία. Μετά το σχολείο έφυγα για την Γερμανία όπου παρακολούθησα σχολή γαστρονομίας. Το 1986, λοιπόν, δούλεψα σε μια ταβέρνα, τέσσερα χρόνια μετά επέστρεψα στην Ελλάδα για την στρατιωτική θητεία και όταν γύρισα ανέλαβα το εστιατόριο αυτό, τον Αύγουστο του 1991».

- Ποιες ήταν ακριβώς οι σπουδές σου στην γαστρονομία;
«Εκανα μαθήματα σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης, και αφού τελείωσα θεώρησα καλό να κάνω την δική μου δουλειά. Θεωρώ πως πέτυχα γιατί δίπλα στο εστιατόριό μου δημιούργησα άλλες δύο επιχειρήσεις».

- Ποια είναι η ταυτότητα του εστιατορίου; Εχετε πλουραλισμό σε πιάτα και ποτά καθώς προσφέρετε και κοκτέιλ.
«Πουλάμε ό,τι πουλάει. Από τη στιγμή που ο κόσμος το ζητάει, το βάζουμε στην γκάμα μας. Δε διαθέτουμε μόνο ρετσίνα, γιατί είμαστε Ελληνες, ή μόνο σουβλάκια, αφού μπορούμε να δώσουμε φρέσκα ψάρια. Θεωρήσαμε ότι είναι καλό να έχουμε στον κατάλογό μας ό,τι… περπατάει».

- Γίνεται κάτι ανάλογο αναφορικά με τον πλουραλισμό στους καταλόγους στα εστιατόρια άλλων εθνικοτήτων εδώ στο Βερολίνο;
«Βεβαίως. Στα ισπανικά, στα ινδικά, στα μεξικάνικα βρίσκεις κοκτέιλ. Ο κόσμος το ζητάει. Ξεκινήσαμε στην αρχή με 10 κοκτέιλ και τώρα προσφέρουμε 50, γιατί εκτός των άλλων υπάρχουν πολλοί τουρίστες οι οποίοι τις βραδινές ώρες βγαίνουν έξω και θέλουν κοκτέιλ μετά το φαγητό τους».

- Θα μπορούσατε να προσφέρετε κοκτέιλ που να βασίζονται σε ελληνικά προϊόντα, όπως την μαστίχα ή το τσίπουρο;
«Το έχουμε δοκιμάσει. Είχαμε βγάλει κοκτέιλ με ούζο το οποίο πήγε καλά. Το ίδιο και με κονιάκ».

- Φτιάχνεις εσύ ο ίδιος τα λουκάνικα του τόπου σου τα οποία τα προωθείς στο μαγαζί. Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να προχωρήσεις στην κίνηση αυτή;
«Η αγάπη για τον τόπο μου είναι ο πρώτος λόγος. Είναι ένα παραδοσιακό προϊόν το οποίο αποτελείται από καθαρό κρέας και καρυκεύματα χωρίς συντηρητικά. Είναι πάντα φρέσκο, γιατί το φτιάχνουμε μόνοι μας και ο κόσμος το ζητά και το ξαναζητά. Το βγάλαμε στην χονδρική σε αεροστεγείς συσκευασίες και πωλούνται σε σούπερ μάρκετ».

- Ωστόσο, δεν έμεινες σε αυτά, αλλά δημιούργησες άλλη μια επιχείρηση με καρυκεύματα και μπαχαρικά.
«Την εταιρία την ξεκίνησα το 1996 γνωρίζοντας την αδυναμία του εστιάτορα να εργαστεί πάνω στον τομέα του πιο επαγγελματικά. Βασιστήκαμε πάνω σε μία άλλη εταιρία του Αμβούργου που ζητούσε υπερβολικά ποσά για καρυκεύματα και μείγματα μπαχαρικών. Έχοντας γνώσεις πάνω στο θέμα και έχοντας πελάτη που είχε εργοστάσιο, συνεργαστήκαμε φτιάχνοντας μείγματα μπαχαρικών, μαρινάδες και σος για σαλάτες, προσφέροντας σταθερή ποιότητα και μικρότερο κόστος. Προσαρμοζόμαστε στις σύγχρονες απαιτήσεις των εστιατορίων. Και το πόσο αρέσουν στον κόσμο φαίνεται στο αποτέλεσμα και τη ζήτηση στα εστιατόρια που προμηθεύουμε. Στα καρυκεύματα αυτά έχουμε ελληνικά μπαχαρικά, όπως δυόσμο, ρίγανη, που τα παίρνουμε από Κομοτηνή και Ξάνθη».

- Ακριβώς δίπλα έχεις άλλο ένα μαγαζί, πολύ ιδιαίτερο, πουλώντας μόνο ελληνικά προϊόντα.
«Το μαγαζί αυτό είναι πολύ σπουδαίο για μένα. Βαδίζουμε στον έκτο χρόνο και μέρα με την ημέρα πηγαίνουμε όλο και καλύτερα. Το δημιούργησα γιατί αγαπάω την Ελλάδα, τα ελληνικά προϊόντα και θέλω τόσο ο Ελληνας όσο και ο Γερμανός να τα δοκιμάζουν και να τα προτιμούν. Εκεί υπάρχει μόνο Ελλάδα, με ούζο, κονιάκ, κρασιά, αλλαντικά, τυριά, κασέρια. Πολλή μεγάλη ποικιλία. Ένα μικρό σούπερ μάρκετ. Υπάρχει μεγάλη ανταπόκριση».

- Πώς είναι η πορεία του ελληνικού κρασιού τα τελευταία χρόνια, καθώς βλέπουμε πως ξεφεύγουμε από την κλασική ρετσίνα;
«Πηγαίνει πολύ καλά και το επιβεβαιώνω και από το σούπερ μάρκετ. Είναι πολύ καλά και ποιοτικά σε σχέση με τα ισπανικά και τα ιταλικά. Οι τιμές τους είναι λίγο πιο υψηλές, αλλά αυτό οφείλεται στο ότι η αγορά είναι πολύ ανταγωνιστική. Τα δικά μας κρασιά έχουν μέλλον, προσωπικά τα προωθώ και θα συνεχίσω να το κάνω».

- Τι θα ζήταγες από τους παραγωγούς οίνου ώστε να σας βοηθήσουν στο έργο σας;
«Θα ήταν καλό να τα παρουσιάσουν περισσότερο, να τα διαφημίσουν και να ενισχυθούν οι συνεταιρισμοί εκείνοι που ασχολούνται με τις εξαγωγές».

- Στην Γερμανία υπάρχουν χιλιάδες ελληνικά εστιατόρια, που είναι σαν μικροί πρεσβευτές. Θα έπρεπε να υπάρχει ένας φορέας που θα σας ενώνει έτσι ώστε εσείς οι ίδιοι οι εστιάτορες να καταθέτετε ιδέες και προβληματισμούς για να πάει καλύτερα η ελληνική γαστρονομία; Είναι εφικτό;
«Θα βοηθούσε σίγουρα, αλλά θεωρώ δύσκολο να φέρουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους κάτω από μία στέγη και να υπάρξει μια τέτοια συνεργασία με έναν κοινό σκοπό. Θα ήταν ωραίο, αλλά είναι ίσως ακατόρθωτο. Ο καθένας έχει τα προσωπικά του ζητήματα και δε νομίζω ότι θα μπει σε μια τέτοια διαδικασία να μιλά με άλλους για τα προβλήματά του».

- Είναι πρόβλημα ότι ο Ελληνας εστιάτορας δεν βρίσκει εξειδικευμένο προσωπικό; Θα μπορούσε να δημιουργηθεί από κοινού ένας χώρος εκπαίδευσης νέων στελεχών;
«Σίγουρα είναι πρόβλημα. Θα ήταν μια ωραία κίνηση αυτή. Αλλά οι εστιάτορες θα πληρώσουν όπως αρμόζει ένα ειδικευμένο άτομο, περισσότερο δηλαδή από ένα ανειδίκευτο, ή θα στραφούν σε κάποιον χωρίς γνώσεις δίνοντάς του λιγότερα; Μακροπρόθεσμα, επιλέγοντας μη εξειδικευμένα άτομα για την δουλειά του, θα είναι ζημιογόνο. Κερδοφόρο θα είναι για την τσέπη του επιχειρηματία μόνο στην αρχή. Κάποιος που ξέρει τη δουλειά θα κερδίσει την πελάτη και θα γίνονται λιγότερα λάθη, που προκαλούν ζημιά».

- Αν σου έδινε την ευκαιρία ένας φορέας, δίνοντας ένα λογικό ποσό, να τρέξει μια κοινή διαφημιστική καμπάνια, θα σ’ενδιέφερε;
«Βεβαίως. Δεν πρέπει να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε για το καλύτερο, δεν πρέπει να εφησυχάζουμε, γιατί ο ανταγωνισμός δεν κοιμάται ποτέ και στο τέλος δεν πρέπει να χάσουμε το παιχνίδι».

- Υποχωρεί η ελληνική κουζίνα σε σχέση με τα άλλα εστιατόρια;
«Όχι, ειδικά στο Βερολίνο έχουν αυξηθεί τα ελληνικά εστιατόρια. Κάποια βέβαια δεν δουλεύουν πολύ καλά, άλλα πάλι πάνε εξαιρετικά. Σε γενικές γραμμές ο Γερμανός τα προτιμά».

- Κλείνοντας, τι μήνυμα θα έστελνες στους συναδέλφους σου για το μέλλον;
«Αν καταφέρουμε, κάποια στιγμή, να δημιουργήσουμε έναν κοινό φορέα θα ήταν μια καλή εξέλιξη, ώστε να μπορεί να εξειδικευτεί το προσωπικό, να εκπαιδευτεί, έστω μέσω σεμιναρίων».

Η Ελληνική Εφημερίδα στην Ευρώπη-

DIE GRIECHISCHE ZEITUNG IN EUROPA

Am Schomm 40, 41199 Mönchengladbach  
Telefon: +49 2166 64 78 733 
E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

Εγγραφή σε Newsletter

Εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε τα νέα του Europolitis.eu
captcha 
×

Το Europolitis.eu χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. OK     Διαβάστε περισσότερα...