Μικρές Αγγελίες - Kleinanzeigen                Επαγγελματικός Οδηγός - Branchenbuch

  

Κατάγεται από την Οιχαλία Τρικάλων και βρίσκεται στη Γερμανία από τον Δεκέμβριο του 1988. Από τότε ασχολείται με τη γαστρονομία βιώνοντας  όλα τα στάδιά της. Από βοηθός κουζίνας, βοηθός μάγειρα, μάγειρας, μπάρμαν, βοηθός σερβιτόρου, σερβιτόρος, υπεύθυνος μαγαζιού και από το 1995 ανοίγει πλέον το πρώτο δικό του εστιατόριο.

Να σταθούμε λίγο στην εμπειρία της πρώτης εξαετίας σας, στη γνωριμία με το εστιατόριο. Ποιο ήταν αυτό που σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και σας “κέρδισε” στη γαστρονομία; Επίσης, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιες από τις καλές και ευχάριστες, αλλά και από τις δύσκολες στιγμές που έχει αυτός ο χώρος

Αυτό που μου άρεσε περισσότερο στη γαστρονομία είναι ότι έχει να κάνει με τη δημιουργία και την επικοινωνία. Στην αρχή μ' άρεσε να μαγειρεύω, όμως με την πάροδο του χρόνου δεν μου άρεσε και πολύ μέσα στην κουζίνα και ήθελα να είμαι προς τα έξω. Ήθελα να έχω επικοινωνία με τον κόσμο. Το άσχημο είναι ότι δεν έχεις προσωπικό χρόνο γιατί πρέπει να είσαι συνέχεια στο μαγαζί. Ειδικά όταν ξεκινάς είναι όλο δουλειά και τίποτα άλλο. Ο ελεύθερος χρόνος δεν υπάρχει στη ζωή σου και η διασκέδαση είναι μηδαμινή. Στερείσαι πολλά πράγματα, αλλά αυτό που κερδίζεις είναι τα χρήματα. Αν βάλεις κάποιο σκοπό και θέλεις να πάρεις ένα αυτοκίνητο ή να φτιάξεις ένα μαγαζί, μπορείς να τον πετύχεις γιατί μαζεύεις τα χρήματα επειδή δεν έχεις το χρόνο να τα χαλάσεις αλλού.

Ο Γερμανός πελάτης είναι δύσκολος; Πώς το βλέπετε εσείς;

Είναι δύσκολος πελάτης, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή γνωρίζει αρκετά πράγματα. Ξέρει και από ελληνική κουζίνα και από ιταλική και γενικότερα. Επίσης η γερμανική γαστρονομία έχει εξελιχθεί πάρα πολύ την τελευταία 15ετία. Οι Γερμανοί θεωρούνται από τους καλύτερους επαγγελματίες, παρόλο που στο παρελθόν τα ελληνικά εστιατόρια ήταν top.

Έτσι όπως το λέτε, είναι σαν να έχει πέσει το επίπεδο των ελληνικών εστιατορίων...

Όχι. Το δικό μας επίπεδο δεν έχει πέσει, αλλά έχει ανέβει πολύ το επίπεδο των γερμανικών εστιατορίων. Αν θέλετε, εμείς έχουμε μείνει λίγο πιο πίσω σε σχέση με τους Γερμανούς. Παράλληλα ο ανταγωνισμός είναι πλέον και αυτός δυνατός

Δηλαδή εκεί που εστιάζουμε είναι ότι ο Γερμανός με τα ταξίδια και με την πάροδο του χρόνου έχει εμπειρία, έχει βελτιώσει τις γεύσεις του ως λαός και έχει μία μεγαλύτερη απαίτηση σε αυτό που του προσφέρεις. Και έρχομαι και στην ερώτηση... Προσφέρουμε στο Γερμανό την ελληνική γαστρονομία; Ο Γερμανός τουρίστας που θα κατέβει και θα φάει στην Ελλάδα θα έβρισκε κάτι αντίστοιχο στα ελληνικά εστιατόρια εδώ στη Γερμανία;

Δε θα βρει το αντίστοιχο. Γιατί σε γενικές γραμμές εδώ τα ελληνικά εστιατόρια ένα 80% είναι στυλ ψητοπωλείου. Τα περισσότερα δεν έχουν μαγειρευτά, γιατί για να φτιάξεις τέτοια φαγητά πρέπει να έχεις μεράκι και να γνωρίζεις το αντικείμενο.

Σας έχει τύχει να σας πει κάποιος Γερμανός ότι πήγα στην Ελλάδα και έφαγα το “χ” φαγητό και δεν το βρίσκω εδώ;

 

dimosΦυσικά και έχει τύχει. Ζητήσανε πιάτα κατσαρόλας, όπως αυτά που έφτιαχναν παλιά οι μητέρες μας. Και θα μιλήσω για το Μόναχο που ξέρω, ότι εδώ δεν έχουμε τέτοιο μαγαζί. Παλαιότερα υπήρχε ένα που δούλευε μόνο με φαγητά κατσαρόλας που πήγαινε ο πελάτης έβλεπε τις κατσαρόλες και έλεγε θέλω αυτό κι εκείνο. Αλλά αυτό γινόταν πριν από καμιά 15ετία σήμερα δεν υπάρχει αυτό. Έρχονται και ζητάνε μαγειρευτά αλλά δεν μπορούμε να τα κάνουμε. Εμείς μπορούμε να κάνουμε μέχρι λαδερά, από ‘κει και πέρα...

 

Σε ένα άλλο κομμάτι που θεωρώ ότι έχει αξία, γιατί η ελληνική γη βγάζει καλά προϊόντα τόσο στη γαστρονομία όσο και στο κρασί. Κατά πόσο δουλεύει ο Έλληνας εστιάτορας τα ελληνικά προϊόντα;

 

Είναι αλήθεια πως έχουμε πολύ καλά προϊόντα, αλλά για να τα προωθήσουμε πρέπει να τα ξέρουμε. Υπάρχουν προϊόντα που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν τα γνωρίζουμε. Και πρέπει και οι τιμές να είναι προσιτές, για να μπορέσουμε να τα προωθήσουμε στον πελάτη. Δεν μπορούμε για παράδειγμα να πάρουμε προσούτο Ευρυτανίας που είναι ακριβό. Και πώς να το περάσουμε στο Γερμανό όταν δεν το ξέρουμε καλά – καλά ούτε κι εμείς. Και θα σας πω και κάτι άλλο. Είχε γίνει μία έκθεση πριν από καιρό με μαστίχα Χίου και με διάφορα τυριά από τη Νάξο και αλλού. Εμείς προσπαθήσαμε να κάνουμε κάποια πράγματα για παράδειγμα με τη μαστίχα, αλλά ο Γερμανός δεν ήξερε τι είναι η μαστίχα Χίου. Οπότε έπρεπε εμείς να τυπώσουμε ενημερωτικά φυλλάδια και να τον ενημερώσουμε.

Άρα χρειαζόσαστε μικρά δείγματα και την ιστορία του προϊόντος στα γερμανικά, ώστε οι παραγωγοί να σας δώσουν μία βοήθεια για την καλύτερη προώθησή τους. Γίνονται παρουσιάσεις γευσιγνωσίας; Υπάρχουν παραγωγοί που σας παρουσιάζουν τα προϊόντα τους και μαζί με ένα μάγειρα σας κάνουν κάποιες γευστικές προτάσεις;

Είναι μηδαμινές αυτού του είδους οι εκδηλώσεις. Κάποιος που θέλει να πουλήσει το κρασί του μπορεί να έρθει και να το προωθήσει, αλλά σε θέματα διατροφής, δεν το κάνουν. Χρειάζονται περισσότερες εκδηλώσεις και γαστρονομικές προτάσεις.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια και με έναν πιο απαιτητικό Γερμανό πελάτη τι είναι αυτό που πρέπει να κοιτάξει ο κάθε γαστρονόμος ώστε να ξανακερδίσει το μερίδιο της αγοράς που του αναλογεί;

Καταρχήν, βασικός παράγοντας είναι η ποιότητα. Επίσης χρειαζόμαστε καινούριες ιδέες όπως διάφορα νέα ορεκτικά που μπορούμε και πρέπει να τα προωθήσουμε. Επίσης, χρειαζόμαστε εξειδικευμένο προσωπικό. Δεν γίνεται να δουλεύουμε με ανειδίκευτο μάγειρα για παράδειγμα. Καλό θα ήταν ακόμα και τον γύρο ή το σουβλάκι να το παρουσιάζουμε πιο όμορφα.

Οι επαγγελματίες γαστρονόμοι βρίσκεστε μεταξύ σας ώστε να συζητάτε τους προβληματισμούς, τις ανησυχίες, και τις δυνατότητες σας ώστε να κερδίσετε το “στοίχημα”;

Δεν γίνονται συγκεντρώσεις ώστε να συζητάμε και να ανταλλάσσουμε ιδέες και να κοιτάμε όλοι μαζί για το καλύτερο. Συνήθως ο ελληνισμός εδώ κοιτάει μόνο την πάρτη του!

Ποιο είναι το δικό σας όραμα;

Να συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω ήδη. Βασικό στοιχείο είναι η ποιότητα και προσπαθώ να δίνω στον κόσμο νέες ιδέες, νέα πιάτα με γνώμονα πάντα την ελληνική φιλοξενία.

Β.Β

Κατάγεται από την Οιχαλία Τρικάλων και βρίσκεται στη Γερμανία από τον Δεκέμβριο του 1988. Από τότε ασχολείται με τη γαστρονομία βιώνοντας  όλα τα στάδιά της. Από βοηθός κουζίνας, βοηθός μάγειρα, μάγειρας, μπάρμαν, βοηθός σερβιτόρου, σερβιτόρος, υπεύθυνος μαγαζιού και από το 1995 ανοίγει πλέον το πρώτο δικό του εστιατόριο.

Να σταθούμε λίγο στην εμπειρία της πρώτης εξαετίας σας, στη γνωριμία με το εστιατόριο. Ποιο ήταν αυτό που σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και σας “κέρδισε” στη γαστρονομία; Επίσης, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιες από τις καλές και ευχάριστες, αλλά και από τις δύσκολες στιγμές που έχει αυτός ο χώρος

Αυτό που μου άρεσε περισσότερο στη γαστρονομία είναι ότι έχει να κάνει με τη δημιουργία και την επικοινωνία. Στην αρχή μ' άρεσε να μαγειρεύω, όμως με την πάροδο του χρόνου δεν μου άρεσε και πολύ μέσα στην κουζίνα και ήθελα να είμαι προς τα έξω. Ήθελα να έχω επικοινωνία με τον κόσμο. Το άσχημο είναι ότι δεν έχεις προσωπικό χρόνο γιατί πρέπει να είσαι συνέχεια στο μαγαζί. Ειδικά όταν ξεκινάς είναι όλο δουλειά και τίποτα άλλο. Ο ελεύθερος χρόνος δεν υπάρχει στη ζωή σου και η διασκέδαση είναι μηδαμινή. Στερείσαι πολλά πράγματα, αλλά αυτό που κερδίζεις είναι τα χρήματα. Αν βάλεις κάποιο σκοπό και θέλεις να πάρεις ένα αυτοκίνητο ή να φτιάξεις ένα μαγαζί, μπορείς να τον πετύχεις γιατί μαζεύεις τα χρήματα επειδή δεν έχεις το χρόνο να τα χαλάσεις αλλού.

Ο Γερμανός πελάτης είναι δύσκολος; Πώς το βλέπετε εσείς;

Είναι δύσκολος πελάτης, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή γνωρίζει αρκετά πράγματα. Ξέρει και από ελληνική κουζίνα και από ιταλική και γενικότερα. Επίσης η γερμανική γαστρονομία έχει εξελιχθεί πάρα πολύ την τελευταία 15ετία. Οι Γερμανοί θεωρούνται από τους καλύτερους επαγγελματίες, παρόλο που στο παρελθόν τα ελληνικά εστιατόρια ήταν top.

Έτσι όπως το λέτε, είναι σαν να έχει πέσει το επίπεδο των ελληνικών εστιατορίων...

Όχι. Το δικό μας επίπεδο δεν έχει πέσει, αλλά έχει ανέβει πολύ το επίπεδο των γερμανικών εστιατορίων. Αν θέλετε, εμείς έχουμε μείνει λίγο πιο πίσω σε σχέση με τους Γερμανούς. Παράλληλα ο ανταγωνισμός είναι πλέον και αυτός δυνατός

Δηλαδή εκεί που εστιάζουμε είναι ότι ο Γερμανός με τα ταξίδια και με την πάροδο του χρόνου έχει εμπειρία, έχει βελτιώσει τις γεύσεις του ως λαός και έχει μία μεγαλύτερη απαίτηση σε αυτό που του προσφέρεις. Και έρχομαι και στην ερώτηση... Προσφέρουμε στο Γερμανό την ελληνική γαστρονομία; Ο Γερμανός τουρίστας που θα κατέβει και θα φάει στην Ελλάδα θα έβρισκε κάτι αντίστοιχο στα ελληνικά εστιατόρια εδώ στη Γερμανία;

Δε θα βρει το αντίστοιχο. Γιατί σε γενικές γραμμές εδώ τα ελληνικά εστιατόρια ένα 80% είναι στυλ ψητοπωλείου. Τα περισσότερα δεν έχουν μαγειρευτά, γιατί για να φτιάξεις τέτοια φαγητά πρέπει να έχεις μεράκι και να γνωρίζεις το αντικείμενο.

Σας έχει τύχει να σας πει κάποιος Γερμανός ότι πήγα στην Ελλάδα και έφαγα το “χ” φαγητό και δεν το βρίσκω εδώ;

 

dimosΦυσικά και έχει τύχει. Ζητήσανε πιάτα κατσαρόλας, όπως αυτά που έφτιαχναν παλιά οι μητέρες μας. Και θα μιλήσω για το Μόναχο που ξέρω, ότι εδώ δεν έχουμε τέτοιο μαγαζί. Παλαιότερα υπήρχε ένα που δούλευε μόνο με φαγητά κατσαρόλας που πήγαινε ο πελάτης έβλεπε τις κατσαρόλες και έλεγε θέλω αυτό κι εκείνο. Αλλά αυτό γινόταν πριν από καμιά 15ετία σήμερα δεν υπάρχει αυτό. Έρχονται και ζητάνε μαγειρευτά αλλά δεν μπορούμε να τα κάνουμε. Εμείς μπορούμε να κάνουμε μέχρι λαδερά, από ‘κει και πέρα...

 

Σε ένα άλλο κομμάτι που θεωρώ ότι έχει αξία, γιατί η ελληνική γη βγάζει καλά προϊόντα τόσο στη γαστρονομία όσο και στο κρασί. Κατά πόσο δουλεύει ο Έλληνας εστιάτορας τα ελληνικά προϊόντα;

 

Είναι αλήθεια πως έχουμε πολύ καλά προϊόντα, αλλά για να τα προωθήσουμε πρέπει να τα ξέρουμε. Υπάρχουν προϊόντα που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν τα γνωρίζουμε. Και πρέπει και οι τιμές να είναι προσιτές, για να μπορέσουμε να τα προωθήσουμε στον πελάτη. Δεν μπορούμε για παράδειγμα να πάρουμε προσούτο Ευρυτανίας που είναι ακριβό. Και πώς να το περάσουμε στο Γερμανό όταν δεν το ξέρουμε καλά – καλά ούτε κι εμείς. Και θα σας πω και κάτι άλλο. Είχε γίνει μία έκθεση πριν από καιρό με μαστίχα Χίου και με διάφορα τυριά από τη Νάξο και αλλού. Εμείς προσπαθήσαμε να κάνουμε κάποια πράγματα για παράδειγμα με τη μαστίχα, αλλά ο Γερμανός δεν ήξερε τι είναι η μαστίχα Χίου. Οπότε έπρεπε εμείς να τυπώσουμε ενημερωτικά φυλλάδια και να τον ενημερώσουμε.

Άρα χρειαζόσαστε μικρά δείγματα και την ιστορία του προϊόντος στα γερμανικά, ώστε οι παραγωγοί να σας δώσουν μία βοήθεια για την καλύτερη προώθησή τους. Γίνονται παρουσιάσεις γευσιγνωσίας; Υπάρχουν παραγωγοί που σας παρουσιάζουν τα προϊόντα τους και μαζί με ένα μάγειρα σας κάνουν κάποιες γευστικές προτάσεις;

Είναι μηδαμινές αυτού του είδους οι εκδηλώσεις. Κάποιος που θέλει να πουλήσει το κρασί του μπορεί να έρθει και να το προωθήσει, αλλά σε θέματα διατροφής, δεν το κάνουν. Χρειάζονται περισσότερες εκδηλώσεις και γαστρονομικές προτάσεις.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια και με έναν πιο απαιτητικό Γερμανό πελάτη τι είναι αυτό που πρέπει να κοιτάξει ο κάθε γαστρονόμος ώστε να ξανακερδίσει το μερίδιο της αγοράς που του αναλογεί;

Καταρχήν, βασικός παράγοντας είναι η ποιότητα. Επίσης χρειαζόμαστε καινούριες ιδέες όπως διάφορα νέα ορεκτικά που μπορούμε και πρέπει να τα προωθήσουμε. Επίσης, χρειαζόμαστε εξειδικευμένο προσωπικό. Δεν γίνεται να δουλεύουμε με ανειδίκευτο μάγειρα για παράδειγμα. Καλό θα ήταν ακόμα και τον γύρο ή το σουβλάκι να το παρουσιάζουμε πιο όμορφα.

Οι επαγγελματίες γαστρονόμοι βρίσκεστε μεταξύ σας ώστε να συζητάτε τους προβληματισμούς, τις ανησυχίες, και τις δυνατότητες σας ώστε να κερδίσετε το “στοίχημα”;

Δεν γίνονται συγκεντρώσεις ώστε να συζητάμε και να ανταλλάσσουμε ιδέες και να κοιτάμε όλοι μαζί για το καλύτερο. Συνήθως ο ελληνισμός εδώ κοιτάει μόνο την πάρτη του!

Ποιο είναι το δικό σας όραμα;

Να συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω ήδη. Βασικό στοιχείο είναι η ποιότητα και προσπαθώ να δίνω στον κόσμο νέες ιδέες, νέα πιάτα με γνώμονα πάντα την ελληνική φιλοξενία.

Β.Β

Εχοντας κλείσει 29 χρόνια στην Γερμανία και με μεγάλη εμπειρία στη γαστρονομία και τα εστιατόρια, ο Συμεών Μπόρος με καταγωγή από την Θεσσαλία, έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ισχυρή βάση στο Μαγδεμβούργο.

Ο Ελληνας εστιάτορας αποφάσισε το 2011 να κάνει μια παράτολμη κίνηση. Το ελληνικό μαγαζί αποτέλεσε παρελθόν και τη θέση του πήρε ένα σύγχρονο εστιατόριο με μεσογειακά πιάτα, ποντάροντας στις καθαρές και ποιοτικές γεύσεις της καλής πρώτης ύλης. Αυτή του η απόφαση, τέσσερα χρόνια μετά, τον έχει δικαιώσει απόλυτα και μιλώντας στον «Europolitis» μεταφέρει την εμπειρία του.

- Κ.Μπόρο, βρίσκεστε σχεδόν 30 χρόνια στην Γερμανία. Ποια είναι η έως τώρα διαδρομή σας;
«Στην Γερμανία βρίσκομαι από το 1986. Εργάστηκα στο εστιατόριο που είχε ο πατέρας μου, που ήταν το κλασικό ελληνικό εστιατόριο. Στο Μαγδεμβούργο είμαι από το 1993, οπότε άνοιξα κι εγώ μια ανάλογη επιχείρηση. Η αλλαγή έγινε το 2011 οπότε και γίναμε εστιατόριο μεσογειακής κουζίνας, δηλαδή χωρίς γύρο, χωρίς σουβλάκια. Η πρώτη ύλη είναι πολύ ποιοτική με Ελληνα σεφ, δίνοντας βάση στην ποιότητα. Θέλουμε να δείξουμε πως δεν υπάρχει μόνο το κερασμένο ούζο και η φθηνή σαλάτα, αλλά και η ποιοτική κουζίνα. Τόσο εμείς όσο και οι πρόγονοί μας έδωσαν στους Γερμανούς μια λάθος εντύπωση για την ελληνική κουζίνα».

- Πόσο δύσκολο ήταν για το Μαγδεμβούργο να δεχθεί ότι ένας Ελληνας αλλάζει το μαγαζί του κάνοντας μια τέτοια μεγάλη στροφή;
«Ηταν τρομερά δύσκολο. Αρχικά, οι πελάτες αντέδρασαν. Περίμεναν πως ως Ελληνας θα έχω γύρο, σουβλάκια, ούζο, κεράσματα και φθηνές τιμές. Το μυστικό είναι η διάρκεια, η επιμονή, η υπομονή και να κρατήσεις τη γραμμή σου. Τη διάρκεια τη θέτω στα τρία με πέντε χρόνια, γιατί το Μαγδεμβούργο έχει να αντιμετωπίσει διάφορα ζητήματα, όπως είναι η ανεργία και η προκατάληψη για το τι πρέπει να έχει ένας Ελληνας στο μαγαζί του. Πλέον, έχει αντιστραφεί η στάση, ο κόσμος το δέχεται, μένει ευχαριστημένος και είναι διατεθειμένος να πληρώσει κάτι παραπάνω, γιατί η ποιότητα των υλικών και του φαγητού ανταποκρίνεται στα λεφτά που δίνει».

- Συμφωνείτε πως υπάρχει μια υποχώρηση της τάσης που ξέραμε για το κλασικό ελληνικό εστιατόριο;
«Ναι, είναι πραγματικότητα. Για την πόλη μας, τα χαμηλού βιοτικού επιπέδου στρώματα πηγαίνουν στο ελληνικό εστιατόριο, αλλά οι υπόλοιποι πελάτες που μπορούν να δώσουν κάτι παραπάνω για το φαγητό πάνε σε άλλου είδους κουζίνες. Αποφεύγουν τις μεγάλες ποσότητες και αυτό ήταν το έναυσμα ώστε να κάνω την αλλαγή. Ακουγα παράπονα ότι έφαγαν πολύ… Το σκέφτηκα και κατέληξα πως είχαν δίκιο. Δεν τους ενδιαφέρει η ποσότητα τα ‘βουνά’ που σερβίραμε, αλλά η ποιότητα με την κατάλληλη ποσότητα».

- Περιγράψτε μας πολύ καλή στιγμή και μια πολύ δύσκολη στην πορεία σας στη γαστρονομία;
«Πρόσφατα, αναδειχθήκαμε για τρίτη φορά καλύτερο μαγαζί της περιοχής και βλέπω την αναγνώριση που έχουμε από τους πελάτες. Αυτή η επιβεβαίωση δεν είναι μόνο στα χαρτιά. Οσο για τα δυσάρεστα, είναι η νοοτροπία του πελάτη απέναντι στον Ελληνα εστιάτορα που τον βλέπει υποτιμητικά. Που θεωρεί πως με λίγα λεφτά θα φάει πολύ, δε θα συμπεριφερθεί σωστά, θα του κεράσεις ούζο. Είναι μια μόνιμη κατάσταση που ως Ελληνα και ως επιχειρηματία με στεναχωρεί αφάνταστα. Κι αυτός ήταν ένας πολύ σημαντικός λόγος που με έκανε να στραφώ σε διαφορετική κουζίνα».

- Για ένα σύγχρονο εστιατόριο, πόσο απαραίτητο είναι να έχει εκπαιδευμένο και καταρτισμένο προσωπικό;
«Το θέμα του σέρβις είναι πολύ σημαντικό και σοβαρό για μια επιχείρηση. Πρέπει να είναι εξιδεικευμένο το προσωπικό, να γνωρίζει το μενού, τα συστατικά των πιάτων, πως φτιάχνονται ώστε να βοηθήσει τον πελάτη στην επιλογή του. Παράλληλα, πρέπει να είναι ειλικρινής στα λόγια και τη συμπεριφορά του. Το ‘φίλε μου, φίλε μου…’ πρέπει να σταματήσει. Είναι υποκρισία. Σέρβις σημαίνει να δουλεύεις με κέφι και ο πελάτης το καταλαβαίνει».

- Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να έχουν σπουδάσει τις γεύσεις και για την κουζίνα;
«Το προσωπικό της κουζίνας είναι μια μεγάλη πληγή. Εμείς που είμαστε στην Γερμανία δεν έχουν τις βάσεις, αλλά έχουμε αντιγράψει ό,τι έχουμε δει από άλλους και δυστυχώς τα άτομα που μπορούν να έρθουν στην Γερμανία δεν έρχονται είτε γιατί μπλέκουν με επιτήδειους είτε γιατί μπερδεύουν την κουζίνα που ξέρουν με την γερμανική κουζίνα. Ή ακόμη εμείς οι εστιάτορες έχουμε πέσει θύματα μαγείρων που δεν είναι μάγειρες. Ατομα που έχουν γνώσεις γαστρονομίας θα ήταν πολύ χρήσιμα, ώστε να βγάλουμε ωραίες γεύσεις και να ξεχωρίζουμε από τους Ιταλούς και τους Κινέζους».

- Πιστεύετε πως αν οι Ελληνες παραγωγοί προσέξουν την προώθηση των ελληνικών προϊόντων μπορούν να βοηθήσουν τον Ελληνα εστιάτορα και την κουζίνα;
«Βέβαια. Χωρίς να είμαι ο ειδικός, το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει διάρκεια, δεν υπάρχει το σωστό μάρκετινγκ, όπως κάνουν οι Ιταλοί. Εχουμε πάρα πολύ καλά προϊόντα που αν εμείς οι εστιάτορες τα δείχναμε στους πελάτες θα ήταν υπέρ μας. Παραδείγματος χάρη το μανούρι, μπορείς να το σερβίρεις αντί της μοτσαρέλας, που πιστεύω πως έχει καλύτερη γεύση. Το ελληνικό κρασί είναι επίσης πολύ καλό. Είναι θέμα τιμής από τον παραγωγό στον εστιάτορα και μάρκετινγκ. Πρέπει να γίνουν πιο γνωστά ώστε να ‘ψήσεις’ τον πελάτη πως το δικό μας είναι καλύτερο από το αντίστοιχο προϊόν άλλης χώρας».

- Λόγω των συνθηκών και της ατμόσφαιρας που υπάρχει σε πολιτικό επίπεδο, έχουν υπάρξει πελάτες σας που να έχουν αντιδράσει σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα;
«Όχι, δεν έγινε κάτι αρνητικό. Υπάρχουν πειράγματα όπως ότι οι Ελληνες είναι τεμπέληδες και ότι στέλνουμε λεφτά για να ζήσουν στην Ελλάδα. Αλλά όχι, κάτι σοβαρό όχι, ποτέ».

- Θα βοηθούσε τον κλάδο να δημιουργηθεί ένας φορέας Ελλήνων εστιατόρων που να ενημερώνουν για τις εξελίξεις αλλά και να είναι ένα είδους συνδικαλιστικό όργανο;
«Ημουν από τους πρώτους που πρότεινα να γίνει εδώ στην πόλη μας μια κοινότητα, αλλά δυστυχώς δεν έχει προχωρήσει κάτι τέτοιο. Δυστυχώς, εμείς οι Ελληνες δυσκολευόμαστε να οργανωθούμε ή να συνδικαλιστούμε. Είμαι υπέρ μιας τέτοιας κίνησης. Μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα πράγματα, όπως το να διαφημιστούμε σε τηλεοράσεις και εφημερίδες. Είμαστε 20.000 μαγαζιά, αν βάζαμε από 100 ευρώ συγκεντρώνεται ένα πολύ σοβαρό ποσό ώστε να διαφημιστείς παντού. Αλλά δε μας χαρακτηρίζει η ομαδικότητα και το καλό των γύρω μας, το συνολικό καλό. Ο ένας κοιτά να βγάλει το μάτι του διπλανού».

- Θα θέλατε, κλείνοντας, να στείλετε ένα μήνυμα στους συναδέλφους σου;
«Για να φτάσω στο σημείο που είμαι σήμερα, πέρασα μεγάλες δυσκολίες. Αλλά έχω τρομερή θέληση και πείσμα, ακολούθησα πιστά τη γραμμή και τον στόχο που έθεσα. Μακριά από το κέρασμα, ούτε ούζα ούτε τζατζίκια, ούτε σαλάτες. Πρέπει να καταλάβουμε πως δεν μπορούμε να δουλεύουμε 15 ώρες την ημέρα. Να προσπαθήσουμε να δώσουμε ποιότητα στον πελάτη, να πιστέψουμε στους εαυτούς μας. Γραικός δεν είναι ο δούλος, αλλά ο Ελληνας, ένας λαός περήφανος και δυστυχώς η έννοιά του έχει αλλάξει σήμερα».

Τα εστιατόρια τύπου Imbiss αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της γαστρονομίας στην Γερμανία και οι Ελληνες των τελευταίων δεκαετιών ανέπτυξαν σημαντική δραστηριότητα στον τομέα αυτό.

Υπάρχει όμως ένα μαγαζί στο Μούνχαϊμ που αλλάζει τον τρόπο λειτουργίας ενός Imbiss. Το Gyros-Salon της Βάνας Βαδάση και του Γιώργου Ταβουλάρη αποτελεί ανατρέπει την πεπατημένη ετών. Το γρήγορο φαγητό δεν είναι πλέον του ποδαριού ούτε της μέτριας ποιότητας, αλλά με καθημερινά φρέσκα προϊόντα, με διαφορετικά πιάτα κάθε μέρα και με προσωπική σχέση με τους πελάτες που έφερε μέχρι και ρεζερβέ. Οι δύο ιδιοκτήτες μιλούν στον Europolitis για τη ιδέα αυτή…

Βάνα Βαδάση: Σα να τρως στο σπίτι σου

- Βάνα, τι είναι αυτό που σου αρέσει στον κλάδο της γαστρονομίας;
«Είναι η επαφή με τον κόσμο, που μπορώ να του δώσω κάτι όμορφο, που μπορώ να του γλυκάνω την καθημερινότητα με το φαγητό και το κρασί. Μου αρέσει η όλη διαδικασία του φαγητού. Όπως το πρωί που θα πάμε για ψώνια, με τα φρέσκα κρέατα και ψάρια».

- Σε τι διαφέρει το δικό σας μαγαζί από άλλα του ίδιου είδους;
«Δίνουμε πολύ χρόνο ώστε να διαλέξουμε τα προϊόντα μας. Θέλουμε να είναι φρέσκα και να δίνουμε το καλύτερο στον πελάτη. Αυτό είναι και το κυριότερο σε αυτή τη δουλειά. Θέλουμε κάθε πιάτο μας να είναι όμορφα στημένο, παρότι είμαστε ibiss που σημαίνει πως πρέπει να φεύγουν γρήγορα. Οσοι έρχονται στο μαγαζί παίρνουν λίγη από τη διάθεσή μας, τους μεταφέρουμε χαρά και το χαίρονται. Παρά την καθημερινή κούραση, έχουμε επαφή με τον πελάτη».

- Γιατί πρέπει ένα πιάτο εκτός από νόστιμο να είναι και όμορφο;
«Για τον πολύ απλό λόγο πως όπως πηγαίνω κι εγώ για φαγητό έξω θέλω να μου προσφέρουν κάτι ανάλογο, ένα ωραίο περιποιημένο πιάτο με γεύση. Οπως το σπιτικό φαγητό. Εχουμε δει πολλά μαγαζιά με άδεια πιάτα, που έχουν ένα κομμάτι κρέας και θα σου λένε φα’το. Ανοίγουν την κατάψυξη και το δίνουν στον πελάτη. Αυτό δε θα το έκανα ποτέ. Κάτι που δε θέλω να έχω πάνω στο πιάτο μου, δε θα το προσφέρω κι εγώ».

- Πως σας ήρθε η ιδέα για έναν γρήγορο κατάλογο με καθημερινές προτάσεις;
«Στο σπίτι δεν τρώμε τα ίδια κάθε μέρα. Θέλουμε τις αλλαγές. Μαγειρεύουμε κάθε μέρα κάτι διαφορετικό ώστε να το ευχαριστηθεί ο πελάτης».

- Πως έχετε καταφέρει σε Imbiss να έχετε ρεζερβέ;
«Αυτή είναι η ζήτηση, αποτέλεσμα της δουλειάς που κάναμε. Οι πελάτες δοκιμάζουν και ξανάρχονται. Οι θέσεις είναι λίγες κι έτσι προέκυψαν και τα ρεζερβέ».

- Τι θα πρότεινες στους καταστηματάρχες ώστε να έχουν επιτυχία στα μαγαζιά τους;
«Κάθε πρωί να πηγαίνουν στην αγορά και να παίρνουν φρέσκα προϊόντα, κάθε μέρα να κάνουν προετοιμασία και να προσπαθούν να παίρνουν τόση ποσότητα ώστε να μη μένει στο ψυγείο».

Γιώργος Ταβουλάρης: Με ατμόσφαιρα οικογενειακή

- Εχεις μεγάλη εμπειρία (24 χρόνια) στον χώρο. Τι ήταν αυτό που δε σου άρεσε και αποφάσισες να αλλάξεις;
«Καταρχάς, αυτή η δουλειά μου αρέσει πάρα πολύ. Έχω αγάπη και μεράκι. Στα μαγαζιά που δούλεψα παλιότερα, έβλεπα πως οι πελάτες έρχονταν μια φορά και μετά δεν ξαναέρχονταν. Όταν αποφάσισα να ανοίξω τη δική μου επιχείρηση, είπα πως δε θα έχω φαγητό από κονσέρβες. Όλα θα είναι φρέσκα. Τα μαγαζιά ίδιους ύφους με το προσέφεραν την ίδια γεύση. Εμείς θέλαμε να δώσουμε κάτι διαφορετικό. Τα ελληνικά ψητά μοιάζουν στα μαγαζιά, έχουν ίδιο πάχος, ίδιο μέγεθος. Εγώ ήθελα να δώσω κάτι πιο ελληνικό, να έχει πιο ελληνική γεύση και εικόνα με φρέσκα λαχανικά. Είμαστε παρόντες για το μαγαζί από τα ψώνια μέχρι αργά το βράδυ».

- Είσαι άνθρωπος που βρίσκεσαι κοντά στον πελάτη, ακόμη κι όταν έχεις πολλή δουλειά. Τι σου δίνει την ώθηση αυτή;
«Είναι τόσο η δική μου προσωπικότητα, όσο το να ευχαριστήσω τον πελάτη. Θέλουμε να δείξουμε και να πουλήσουμε τα ελληνικά προϊόντα, όπως το ελληνικό κρασί. Εχω ανοικτά μπουκάλια και ο πελάτης μπορεί να δοκιμάσει ελεύθερα. Η ατμόσφαιρα είναι οικογενειακή».

- Πως αποφάσισες το διήμερο ρεπό στο μαγαζί σου;
«Πέντε ημέρες είναι αρκετές για να δουλεύει ένας άνθρωπος. Χρειάζεται και προσωπική ζωή. Μένεις στάσιμος αν δουλεύεις συνέχεια και αυτό περνά και στον πελάτη».

- Ψάρι σε Imbiss δεν το συναντούμε.
«Τα Imbiss έχουν εξελιχθεί και δεν είναι αυτά που γνωρίζαμε πριν χρόνια. Από τη στιγμή που υπάρχει καρέκλα και πιάτο χρειάζεται να ανεβάσεις ποιότητα και να προσθέσεις και άλλα πράγματα. Είναι μια μικρή ταβέρνα».

- Πιστεύεις πως αν ο κάθε γαστρονόμος προσφέρει τη δική του σκέψη και διάθεση, όπως όταν τρώει σπίτι του, θα είχε πλεονέκτημα;
«Βέβαια. Ο Ελληνας φημίζεται για την φιλοξενία του και όταν ο Γερμανός από τον Ελληνα περιμένει το κάτι παραπάνω σε σχέση με έναν Ιταλό, που το μόνο που του δίνει είναι μια ειδική γεύση. Στον Ελληνα έρχεται για το καλό φαγητό και την οικογενειακή ατμόσφαιρα. Με τους περισσότερους πελάτες έχω φιλικές σχέσεις».

- Παίζει ρόλο η καλή συνεργασία με τον έμπορο έτσι ώστε να σου προσφέρει ποιοτικό προϊόν;
«Ναι, ισχύει αυτό. Όμως υπάρχει ένα μειονέκτημα για τα ελληνικά προϊόντα. Κάθε φορά έχουν άλλη γεύση, όπως π.χ. το τυρί. Οι ίδιες εταιρίες σου δίνουν άλλη γεύση και δε μας βοηθάει καθόλου για να πουλήσουμε κάποιο πιάτο. Με μια συγκεκριμένη εταιρία που επικοινώνησα μου είπαν πως έχει να κάνει με τον έμπορο και την ποιότητα που θέλει αυτός να εμπορεύεται. Η τιμή, όμως, είναι ίδια παρά την χειρότερη ποιότητα».

- Τι συμβουλή θα έδινες στους Ελληνες συναδέλφους σου;
«Τη δουλειά να μην την κάνουν μόνο για τα λεφτά. Να την κάνουν και με αγάπη, για να έρχονται οι πελάτες ξανά και ξανά».

Πόσες φορές θέλετε να βγείτε για φαγητό με τους φίλους σας και ο καθένας θέλει να φάει και κάτι διαφορετικό; Στο εστιατόριο Take in στο Ελσίνκι δεν υπάρχει πρόβλημα, αφού μπορεί να παραγγείλει ο καθένας ό,τι θέλει.

Σούσι, μπέργκερ, κινέζικο, γκουρμέ; Μια λίστα από 20 εστιατόρια φέρνουν τάχιστα το γεύμα που το απολαμβάνετε από κοινού σε έναν χώρο που θυμίζει σαλόνι σπιτιού.

“Γιατί να σπάσει η παρέα λόγω διαφωνίας για το φαγητό; Εμείς εδώ δεν έχουμε κουζίνα, δεν μαγειρεύουμε και δίνουμε τη δυνατότητα σε όλους να απολαύσουν αυτό που θέλουν, συζητώντας και περνώντας ευχάριστα με τους φίλους τους”, λέει ο υπεύθυνος του καταστήματος.

Πόσες φορές θέλετε να βγείτε για φαγητό με τους φίλους σας και ο καθένας θέλει να φάει και κάτι διαφορετικό; Στο εστιατόριο Take in στο Ελσίνκι δεν υπάρχει πρόβλημα, αφού μπορεί να παραγγείλει ο καθένας ό,τι θέλει.

Σούσι, μπέργκερ, κινέζικο, γκουρμέ; Μια λίστα από 20 εστιατόρια φέρνουν τάχιστα το γεύμα που το απολαμβάνετε από κοινού σε έναν χώρο που θυμίζει σαλόνι σπιτιού.

“Γιατί να σπάσει η παρέα λόγω διαφωνίας για το φαγητό; Εμείς εδώ δεν έχουμε κουζίνα, δεν μαγειρεύουμε και δίνουμε τη δυνατότητα σε όλους να απολαύσουν αυτό που θέλουν, συζητώντας και περνώντας ευχάριστα με τους φίλους τους”, λέει ο υπεύθυνος του καταστήματος.

Όταν ο Γερμανο-Παλαιστίνιος Omallah ali Maher συνάντησε  στο κέντρο φιλοξενίας του Ερυθρού Σταυρού στην πόλη Ομπερχάουζεν της Βόρειας Ρηνανίας - Βεστφαλίας τον Σύρο πρόσφυγα Hassan Al Babi και εκείνος του ζήτησε δουλειά, είχε μια ιδέα για να τον βοηθήσει.

Ο Hassan από την Δαμασκό μαζί με έναν φίλο του ζήτησε δουλειά από τον Maher και του εξήγησε ότι δεν θέλει να γίνει επαίτης, ούτε να περιμένει για βοήθεια στο τοπικό γραφείο εργασίας. Όπως εξηγεί στο BBC ο Maher, πρώην μετανάστης ο ίδιος, κοίταξε στα μάτια τον Σύρο πρόσφυγα και κατάλαβε πόσο έντιμος είναι. Έτσι, τον περασμένο Αύγουστο διέθεσε το ποσόν των 30.000 ευρώ και άνοιξε στην πόλη το Royal Cafe, το οποίο διευθύνει ο Hassan μαζί με τον φίλο του. Σερβιτόροι στο κατάστημα είναι τρεις, επίσης, Σύροι πρόσφυγες και οι δουλειές πάνε πολύ καλά.

Τα κέρδη της επιχείρησης χρησιμοποιούνται για τα έξοδα, τις πληρωμές των εργαζομένων και για την αποπληρωμή του χρέους στον Maher, ο οποίος τονίζει ότι από την πρώτη στιγμή εμπιστεύτηκε τους δύο Σύρους και δεν υπέγραψε κανένα συμβόλαιο μαζί τους.

Ο ίδιος δήλωσε στο BBC: «Μου είπαν ότι ήθελαν να εργαστούν. Ότι δεν ήθελαν να είναι επαίτες. Δεν έχουμε κάνει συμβόλαιο. Τους κοίταξα στα μάτια και αμέσως κατάλαβα ότι είναι πραγματικά έντιμοι άνθρωποι».

Ο Ali Maher ανέφερε ότι το μοντέλο του Royal Cafe, δηλαδή να βοηθά κανείς τους πρόσφυγες μέσω της εργασίας σε επιχειρήσεις, ίσως είναι η απάντηση στην προσφυγική κρίση με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπη σήμερα η Ευρώπη.

Οι πρόσφυγες στο Ομπερχάουζεν έχουν αρχίσει να ενσωματώνονται με την τοπική κοινωνία ενώ ο Joerg Fischer, επικεφαλής του Γερμανικού Ερυθρού Σταυρού, το επιβεβαιώνει και αναφέρει ότι περισσότεροι από 2.500 πρόσφυγες προερχόμενοι από εμπόλεμες ζώνες στη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, έχουν καταφθάσει στην πόλη.

Πηγή: protothema.gr

Όταν ο Γερμανο-Παλαιστίνιος Omallah ali Maher συνάντησε  στο κέντρο φιλοξενίας του Ερυθρού Σταυρού στην πόλη Ομπερχάουζεν της Βόρειας Ρηνανίας - Βεστφαλίας τον Σύρο πρόσφυγα Hassan Al Babi και εκείνος του ζήτησε δουλειά, είχε μια ιδέα για να τον βοηθήσει.

Ο Hassan από την Δαμασκό μαζί με έναν φίλο του ζήτησε δουλειά από τον Maher και του εξήγησε ότι δεν θέλει να γίνει επαίτης, ούτε να περιμένει για βοήθεια στο τοπικό γραφείο εργασίας. Όπως εξηγεί στο BBC ο Maher, πρώην μετανάστης ο ίδιος, κοίταξε στα μάτια τον Σύρο πρόσφυγα και κατάλαβε πόσο έντιμος είναι. Έτσι, τον περασμένο Αύγουστο διέθεσε το ποσόν των 30.000 ευρώ και άνοιξε στην πόλη το Royal Cafe, το οποίο διευθύνει ο Hassan μαζί με τον φίλο του. Σερβιτόροι στο κατάστημα είναι τρεις, επίσης, Σύροι πρόσφυγες και οι δουλειές πάνε πολύ καλά.

Τα κέρδη της επιχείρησης χρησιμοποιούνται για τα έξοδα, τις πληρωμές των εργαζομένων και για την αποπληρωμή του χρέους στον Maher, ο οποίος τονίζει ότι από την πρώτη στιγμή εμπιστεύτηκε τους δύο Σύρους και δεν υπέγραψε κανένα συμβόλαιο μαζί τους.

Ο ίδιος δήλωσε στο BBC: «Μου είπαν ότι ήθελαν να εργαστούν. Ότι δεν ήθελαν να είναι επαίτες. Δεν έχουμε κάνει συμβόλαιο. Τους κοίταξα στα μάτια και αμέσως κατάλαβα ότι είναι πραγματικά έντιμοι άνθρωποι».

Ο Ali Maher ανέφερε ότι το μοντέλο του Royal Cafe, δηλαδή να βοηθά κανείς τους πρόσφυγες μέσω της εργασίας σε επιχειρήσεις, ίσως είναι η απάντηση στην προσφυγική κρίση με την οποία βρίσκεται αντιμέτωπη σήμερα η Ευρώπη.

Οι πρόσφυγες στο Ομπερχάουζεν έχουν αρχίσει να ενσωματώνονται με την τοπική κοινωνία ενώ ο Joerg Fischer, επικεφαλής του Γερμανικού Ερυθρού Σταυρού, το επιβεβαιώνει και αναφέρει ότι περισσότεροι από 2.500 πρόσφυγες προερχόμενοι από εμπόλεμες ζώνες στη Συρία, το Ιράκ και το Αφγανιστάν, έχουν καταφθάσει στην πόλη.

Πηγή: protothema.gr

Ένα περιστατικό απίστευτης αγριότητας κατέγραψαν οι κάμερες ασφαλείας ενός εστιατορίου στην Κίνα. Πελάτισσα που είναι γνωστή μόνο με το μικρό της όνομα -Lin- ζητάει από τον 17χρονο σερβιτόρο να γεμίσει το πιάτο με τη σούπα της, αλλά εκείνος αρνείται.

Στο δεύτερο αίτημά της δέχεται ξανά την άρνησή του και τότε εκείνη κάνει παράπονο για το εστιατόριο στο δίκτυο κοινωνικής δικτύωσης Weibo. Ο νεαρός βλέπει το ποστ, της ζητάει να το κατεβάσει και όταν εκείνη αρνείται ο σερβιτόρος επιστρέφει στο τραπέζι της, της ρίχνει καυτό νερό και αρχίζει να την ξυλοκοπά.

Η νεαρή γυναίκα που δειπνούσε με τη μητέρα της και τον μόλις εφτά μηνών γιο της υπέστη σοβαρά εγκαύματα και το δικαστήριο της επιδίκασε πριν λίγες μέρες αποζημίωση πάνω από 30.000 ευρώ. Το περιστατικό είχε λάβει χώρα τον περασμένο Αύγουστο και ο σερβιτόρος είχε καταδικαστεί σε 22 μήνες φυλάκισης.

 

Τρεις εστιάτορες πίστεψαν στην «καλή φύση των ανθρώπων» και θεώρησαν σωστή ιδέα να προτρέψουν τους πελάτες τους να «πληρώνουν όσο θέλουν» με σκοπό να προμοτάρουν το μαγαζί τους.

Το πείραμα τους εν μέρει πέτυχε, καθώς η επισκεψιμότητα του εστιατορίου, το οποίο βρίσκεται στην πόλη Guiyang της Κίνας, εκτινάχθηκε στα ύψη αλλά δεν κατέγραψαν καθόλου κέρδη. Η κατάσταση συνεχίστηκε στον ίδιο ρυθμό επί μια εβδομάδα, με το εστιατόριο να καταγράφει ζημιές 15.000 δολαρίων σε μόλις μια εβδομάδα.

Οι εστιάτορες πίστευαν πως οι πελάτες τους θα πληρώνουν «σωστά και δίκαια» αλλά διαψεύστηκαν, καθώς οι πελάτες πλήρωναν μετά βίας το 10% της αξίας του γεύματος τους.

Κάποιοι μάλιστα είχαν το «θράσος» να πληρώσουν μόλις 0.15 δολάρια για ένα πλήρες γεύμα.

Οι τρεις εστιάτορες σταμάτησαν το «πείραμα» τους μετά το πέρας της εβδομάδας αλλά είχε ήδη προκαλέσει τριγμούς στις σχέσεις τους. Μάλιστα, ένας εκ των τριών αποχώρησε από το σχήμα και επέστρεψε στη γενέτειρα του.

Οι εστιάτορες δέχθηκαν ένα ακόμα πλήγμα όταν κανένας από τους πελάτες δεν ξανα-επισκέφθηκε το εστιατόριο μετά την άρση του πειράματος.

Σελίδα 1 από 3

Η Ελληνική Εφημερίδα στην Ευρώπη-

DIE GRIECHISCHE ZEITUNG IN EUROPA

Am Schomm 40, 41199 Mönchengladbach  
Telefon: +49 2166 64 78 733 
E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

Εγγραφή σε Newsletter

Εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε τα νέα του Europolitis.eu
captcha 
×

Το Europolitis.eu χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. OK     Διαβάστε περισσότερα...