Μικρές Αγγελίες - Kleinanzeigen                Επαγγελματικός Οδηγός - Branchenbuch

  

 «Η φιλοσοφία μας είναι να φέρουμε την παραδοσιακή ελληνική κουζίνα κοντά στην Ευρώπη...να δώσουμε στον καταναλωτή να καταλάβει ότι έχουμε και εμείς κάτι ξεχωριστό σαν χώρα...»


 

 

 «Η φιλοσοφία μας είναι να φέρουμε την παραδοσιακή ελληνική κουζίνα κοντά στην Ευρώπη...να δώσουμε στον καταναλωτή να καταλάβει ότι έχουμε και εμείς κάτι ξεχωριστό σαν χώρα...»


 

 

 «Η φιλοσοφία μας είναι να φέρουμε την παραδοσιακή ελληνική κουζίνα κοντά στην Ευρώπη...να δώσουμε στον καταναλωτή να καταλάβει ότι έχουμε και εμείς κάτι ξεχωριστό σαν χώρα...»


 

 

Κλεάνθης (Ακης) Τελιορίδης

50 ετών, από το Πολυδένδρι του Δήμου Λαγκαδά. 30 χρόνια στη γαστρονομία, 30 χρόνια στο Αμβούργο στο μαγαζί «Κύπρος».

- Δώστε μας την εμπειρία σας από τα 30 αυτά χρόνια. Πώς ξεκίνησε η ελληνική γαστρονομία και πώς έχει αλλάξει μέχρι σήμερα; 

«Όταν ξεκίνησα στο Αμβούργο μου φάνηκε πάρα πολύ απλή. Τελείως λαϊκή. Εκείνη την εποχή και στην Ελλάδα υπήρχαν απλά πράγματα. «Περάστε, να φάτε και να πιείτε». Δεν είχε ιδιαιτερότητες στη Γερμανία. Ο Γερμανός αγάπησε την καλή μας διάθεση, το πολύ και καλό φαγητό και οι τιμές ήταν προσιτές. Τους άρεσε ο τρόπος ζωής μας. Στην αρχή ξεκίνησαν να έρχονται δειλά στα ελληνικά μαγαζιά, γιατί έγιναν  μετά τα ιταλικά και τα ισπανικά εστιατόρια. Αλλά αγαπήθηκε πάρα πολύ η ελληνική κουζίνα και η διάθεσή μας.

Νομίζω πως έχουμε μία από τις καλύτερες ευρωπαϊκές κουζίνες, όσο απλή κι αν είναι. Λιτή, αλλά με γεύσεις. Έχουμε πάρα πολύ καλό κρέας, πολύ καλά ψητά που αρέσουν στο Γερμανό. Τρώνε επίσης πολύ το κοκκινιστό κρέας με τα φασολάκια, τον μουσακά, το αρνίσιο μπούτι. Τους αρέσουν οι γεύσεις μας. Θα έλεγα πως οι τιμές μας είναι ανταγωνίσιμες πλέον με τις τιμές των εστιατορίων άλλων κρατών, αφού έχουν ανέβει τα κόστη και τα πάγια».

- Είπατε  πως αλλάζουμε και όσον αφορά τα φαγητά και όσον αφορά τις τιμές. Αλλάζουμε και ως προς τον τρόπο που παρουσιάζουμε τα πιάτα;

 

Ακης Τελιορίδης

Ακης Τελιορίδης

«Αυτό το έχουν κάνει πάρα πολλοί Έλληνες, και το προσπαθούμε και εμείς. Σε εμάς είναι κάπως δύσκολο αυτό γιατί έχουμε πάρα πολύ δουλειά. Και όμως επιμένουμε σκληρά στην παρουσίαση του πιάτου, πιο πολλές

 

γεύσεις, πιο πολλά ελληνικά θαλασσινά. Οι Γερμανοί έγιναν επιλεκτικοί, διαλέγουν το περιβάλλον του μαγαζιού να είναι πιο όμορφο. Παλιά, ήταν μόνο το φαγητό, να χορτάσουμε και να περάσουμε λίγο καλά. Τώρα είναι κάπως πιο ιδιαίτερο, να συνδυάσει φαγητό και ατμόσφαιρα. Μετρά πολύ και πρέπει να κινηθούμε προς τα εκεί, γιατί αυτό ζητούν οι νεαροί, 20-25 ετών. Παλιότερα, σπάνια έβλεπες ζευγάρια αυτής της ηλικίας να μπουν σε ελληνικό μαγαζί. Ενώ τώρα, έρχονται, βλέπουν το μαγαζί, επιλέγουν ελληνικά ορεκτικά που παλιότερα δεν τα ήξεραν και κάθονται αρκετές ώρες πίνοντας κρασί που επίσης παλιότερα δεν έπιναν. Η κουλτούρα του φαγητού έχει αλλάξει και στη Γερμανία».

 

- Το ελληνικό κρασί είναι μεγάλο εθνικό κεφάλαιο. Πιστεύετε ότι το δουλεύουμε σωστά, τουλάχιστον εδώ στη Γερμανία;

 

« Όχι. Είμαι σε μεγάλο ποσοστό πεπεισμένος ότι πάρα πολλοί Έλληνες εστιάτορες, κι εγώ ήμουν ένας από αυτούς, δε γνωρίζουμε τα κρασιά που παράγει η χώρα μας. Δεν ενδιαφερθήκαμε να τα γνωρίσουμε ή να μην έγινε και η σωστή παρουσίασή τους από την Ελλάδα. Απαιτείται να μάθουμε για τα κρασιά κι επιμένω πως τα δικά μας τα κρασιά είναι πρωτοπόρα. Πλέον, έμαθα ορισμένα πράγματα, πίνω και ο ίδιος κρασί. Τα προσφέρουμε στους Γερμανούς και λένε μόνο καλές κουβέντες.

 

Νομίζω πως γίνανε ορισμένες καλές προσπάθειες από Ελλάδα. Λόγω χρόνου, τότε δεν ασχολήθηκα. Το μετάνιωσα που δεν πήγα σε κάποιες παρουσιάσεις. Η γνώση είναι βασικός παράγοντας.

 

Πρέπει να υπάρχει βέβαια και ανταγωνιστική τιμή. Η Γερμανία είναι τεράστια αγορά και υπήρχε καιρός που ορισμένα κρασιά ήταν υπερεκτιμημένα. Η ελληνική κουζίνα είναι λαϊκή κουζίνα. Εγώ τα καλά κρασιά τα πουλάω επί δύο. Για τον εστιάτορα είναι λίγο. Να πάρω δηλαδή 15 ευρώ το μπουκάλι, να το δώσω 30. Άλλοι, λένε επί 3,5. Μια καλή πρόταση ενός καλού κρασιού είναι στα 25 ευρώ το μπουκάλι, ένα πιο καλό στα 30-32 ευρώ κι αν είναι κάτι το ιδιαίτερο μπορεί να πάει στα 40. Στο μέσο όρο η τιμή πρέπει να είναι στα 18-28 ευρώ. Και στο επίπεδο που είναι τα δικά μας τα μαγαζιά, οι τιμές είναι προσιτές για τους Γερμανούς. Στην καινούργια κάρτα που θα κάνω, θα έχω περισσότερα κρασιά 0,7 και σε ποτήρι, ώστε να προωθήσω το ελληνικό κρασί».

 

- Τι σας ρωτάνε οι Γερμανοί όταν τους

προσφέρετε  το ελληνικό κρασί;

 

«Την ποικιλία του σταφυλιού, τις περιοχές απ’ όπου προέρχεται, γιατί οι Γερμανοί ξέρουν καλά την Ελλάδα, ακόμη και το κτήμα όσο κι αν φαίνεται περίεργο. Ασφαλώς δεν μπορούμε να έχουμε όλα τα κρασιά, αλλά πρέπει να έχουμε μεγάλη κάβα. Απαιτείται να το πουλάμε και σε ποτήρι, γιατί το θέλουν».

 

- Η ελληνική γαστρονομία υποχωρεί, αφού έχουν μπει νέες κουζίνες. Τι θα πρέπει να κάνετε κι εσείς οι Έλληνες εστιάτορες από κοινού;

 

«Το κακό με μας τους Έλληνες είναι πως δεν υπάρχει ένας κοινός χώρος ώστε να ανταμώνουμε, να συζητάμε και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Θα έπρεπε να δούμε τα κοστολόγιά μας, τον τρόπο δουλειά μας, οι σεφ να μας προτείνουν νέα πιάτα με χαμηλά κοστολόγια, κι εκεί υστερούμε όλοι. Ο σεφ, δηλαδή, να βγάλει νέα πιάτα με ελληνικά προϊόντα, να μας τα παρουσιάσει. Θα ήταν δυνατό χαρτί, αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε έναν φορέα για τη φωνή του Έλληνα εστιάτορα. Θα έμπαινα ασυζητητί σε μια τέτοια προσπάθεια».

 

- Πιστοποίηση μαγαζιού, κάτι που το έχουν κάνει οι Ιταλοί, οι οποίοι  έχουν δημιουργήσει τον ανάλογο φορέα;

 

«Δεν το γνωρίζω, αλλά θα έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο. Πολλά ελληνικά μαγαζιά δεν είναι σε ελληνικά χέρια κι έχουν τα κακά τους χάλια. Τα λειτουργούν όπως θέλουν αυτοί, γιατί δεν είναι Έλληνες, δε γνωρίζουν τα προϊόντα μας, τα φαγητά μας κι έτσι ρίχνουν το επίπεδο το δικό μας. Ο φορέας όμως πρέπει να είναι ανεξάρτητος. Να ελέγχει τα προϊόντα, να μας δείξει ακόμη και την παρουσίαση των προϊόντων».

 

- Ένα κάλεσμα προς τους συναδέλφους σας για το τι πρέπει να κάνει η ελληνική κουζίνα για να βγει πιο δυνατή.

 

«Επιμένω ότι πρέπει να μπορέσουμε να φέρουμε καλούς Έλληνες σεφ για την ελληνική κουζίνα, όχι για γαλλική, ισπανική ή μοριακή κουζίνα. Να μας δώσουν γνώσεις γύρω από τα ελληνικά προϊόντα για να μπορέσουμε και σε συνδυασμό με το κοστολόγιο, να είμαστε ανταγωνιστικοί. Ποιοτικά καλύτεροι και με ανταγωνίσιμες τιμές. Λιτοί, όμορφοι, να προωθήσουμε τα κρασιά μας, που είναι πολύ κερδοφόρο προϊόν, για να περπατήσει στην αγορά η ελληνική κουζίνα, το ελληνικό κρασί και το ελληνικό προϊόν. Να σκεφτόμαστε ότι είμαστε και Έλληνες».               

                                                     Β.Β

 

Κλεάνθης (Ακης) Τελιορίδης

50 ετών, από το Πολυδένδρι του Δήμου Λαγκαδά. 30 χρόνια στη γαστρονομία, 30 χρόνια στο Αμβούργο στο μαγαζί «Κύπρος».

- Δώστε μας την εμπειρία σας από τα 30 αυτά χρόνια. Πώς ξεκίνησε η ελληνική γαστρονομία και πώς έχει αλλάξει μέχρι σήμερα; 

«Όταν ξεκίνησα στο Αμβούργο μου φάνηκε πάρα πολύ απλή. Τελείως λαϊκή. Εκείνη την εποχή και στην Ελλάδα υπήρχαν απλά πράγματα. «Περάστε, να φάτε και να πιείτε». Δεν είχε ιδιαιτερότητες στη Γερμανία. Ο Γερμανός αγάπησε την καλή μας διάθεση, το πολύ και καλό φαγητό και οι τιμές ήταν προσιτές. Τους άρεσε ο τρόπος ζωής μας. Στην αρχή ξεκίνησαν να έρχονται δειλά στα ελληνικά μαγαζιά, γιατί έγιναν  μετά τα ιταλικά και τα ισπανικά εστιατόρια. Αλλά αγαπήθηκε πάρα πολύ η ελληνική κουζίνα και η διάθεσή μας.

Νομίζω πως έχουμε μία από τις καλύτερες ευρωπαϊκές κουζίνες, όσο απλή κι αν είναι. Λιτή, αλλά με γεύσεις. Έχουμε πάρα πολύ καλό κρέας, πολύ καλά ψητά που αρέσουν στο Γερμανό. Τρώνε επίσης πολύ το κοκκινιστό κρέας με τα φασολάκια, τον μουσακά, το αρνίσιο μπούτι. Τους αρέσουν οι γεύσεις μας. Θα έλεγα πως οι τιμές μας είναι ανταγωνίσιμες πλέον με τις τιμές των εστιατορίων άλλων κρατών, αφού έχουν ανέβει τα κόστη και τα πάγια».

- Είπατε  πως αλλάζουμε και όσον αφορά τα φαγητά και όσον αφορά τις τιμές. Αλλάζουμε και ως προς τον τρόπο που παρουσιάζουμε τα πιάτα;

 

Ακης Τελιορίδης

Ακης Τελιορίδης

«Αυτό το έχουν κάνει πάρα πολλοί Έλληνες, και το προσπαθούμε και εμείς. Σε εμάς είναι κάπως δύσκολο αυτό γιατί έχουμε πάρα πολύ δουλειά. Και όμως επιμένουμε σκληρά στην παρουσίαση του πιάτου, πιο πολλές

 

γεύσεις, πιο πολλά ελληνικά θαλασσινά. Οι Γερμανοί έγιναν επιλεκτικοί, διαλέγουν το περιβάλλον του μαγαζιού να είναι πιο όμορφο. Παλιά, ήταν μόνο το φαγητό, να χορτάσουμε και να περάσουμε λίγο καλά. Τώρα είναι κάπως πιο ιδιαίτερο, να συνδυάσει φαγητό και ατμόσφαιρα. Μετρά πολύ και πρέπει να κινηθούμε προς τα εκεί, γιατί αυτό ζητούν οι νεαροί, 20-25 ετών. Παλιότερα, σπάνια έβλεπες ζευγάρια αυτής της ηλικίας να μπουν σε ελληνικό μαγαζί. Ενώ τώρα, έρχονται, βλέπουν το μαγαζί, επιλέγουν ελληνικά ορεκτικά που παλιότερα δεν τα ήξεραν και κάθονται αρκετές ώρες πίνοντας κρασί που επίσης παλιότερα δεν έπιναν. Η κουλτούρα του φαγητού έχει αλλάξει και στη Γερμανία».

 

- Το ελληνικό κρασί είναι μεγάλο εθνικό κεφάλαιο. Πιστεύετε ότι το δουλεύουμε σωστά, τουλάχιστον εδώ στη Γερμανία;

 

« Όχι. Είμαι σε μεγάλο ποσοστό πεπεισμένος ότι πάρα πολλοί Έλληνες εστιάτορες, κι εγώ ήμουν ένας από αυτούς, δε γνωρίζουμε τα κρασιά που παράγει η χώρα μας. Δεν ενδιαφερθήκαμε να τα γνωρίσουμε ή να μην έγινε και η σωστή παρουσίασή τους από την Ελλάδα. Απαιτείται να μάθουμε για τα κρασιά κι επιμένω πως τα δικά μας τα κρασιά είναι πρωτοπόρα. Πλέον, έμαθα ορισμένα πράγματα, πίνω και ο ίδιος κρασί. Τα προσφέρουμε στους Γερμανούς και λένε μόνο καλές κουβέντες.

 

Νομίζω πως γίνανε ορισμένες καλές προσπάθειες από Ελλάδα. Λόγω χρόνου, τότε δεν ασχολήθηκα. Το μετάνιωσα που δεν πήγα σε κάποιες παρουσιάσεις. Η γνώση είναι βασικός παράγοντας.

 

Πρέπει να υπάρχει βέβαια και ανταγωνιστική τιμή. Η Γερμανία είναι τεράστια αγορά και υπήρχε καιρός που ορισμένα κρασιά ήταν υπερεκτιμημένα. Η ελληνική κουζίνα είναι λαϊκή κουζίνα. Εγώ τα καλά κρασιά τα πουλάω επί δύο. Για τον εστιάτορα είναι λίγο. Να πάρω δηλαδή 15 ευρώ το μπουκάλι, να το δώσω 30. Άλλοι, λένε επί 3,5. Μια καλή πρόταση ενός καλού κρασιού είναι στα 25 ευρώ το μπουκάλι, ένα πιο καλό στα 30-32 ευρώ κι αν είναι κάτι το ιδιαίτερο μπορεί να πάει στα 40. Στο μέσο όρο η τιμή πρέπει να είναι στα 18-28 ευρώ. Και στο επίπεδο που είναι τα δικά μας τα μαγαζιά, οι τιμές είναι προσιτές για τους Γερμανούς. Στην καινούργια κάρτα που θα κάνω, θα έχω περισσότερα κρασιά 0,7 και σε ποτήρι, ώστε να προωθήσω το ελληνικό κρασί».

 

- Τι σας ρωτάνε οι Γερμανοί όταν τους

προσφέρετε  το ελληνικό κρασί;

 

«Την ποικιλία του σταφυλιού, τις περιοχές απ’ όπου προέρχεται, γιατί οι Γερμανοί ξέρουν καλά την Ελλάδα, ακόμη και το κτήμα όσο κι αν φαίνεται περίεργο. Ασφαλώς δεν μπορούμε να έχουμε όλα τα κρασιά, αλλά πρέπει να έχουμε μεγάλη κάβα. Απαιτείται να το πουλάμε και σε ποτήρι, γιατί το θέλουν».

 

- Η ελληνική γαστρονομία υποχωρεί, αφού έχουν μπει νέες κουζίνες. Τι θα πρέπει να κάνετε κι εσείς οι Έλληνες εστιάτορες από κοινού;

 

«Το κακό με μας τους Έλληνες είναι πως δεν υπάρχει ένας κοινός χώρος ώστε να ανταμώνουμε, να συζητάμε και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Θα έπρεπε να δούμε τα κοστολόγιά μας, τον τρόπο δουλειά μας, οι σεφ να μας προτείνουν νέα πιάτα με χαμηλά κοστολόγια, κι εκεί υστερούμε όλοι. Ο σεφ, δηλαδή, να βγάλει νέα πιάτα με ελληνικά προϊόντα, να μας τα παρουσιάσει. Θα ήταν δυνατό χαρτί, αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε έναν φορέα για τη φωνή του Έλληνα εστιάτορα. Θα έμπαινα ασυζητητί σε μια τέτοια προσπάθεια».

 

- Πιστοποίηση μαγαζιού, κάτι που το έχουν κάνει οι Ιταλοί, οι οποίοι  έχουν δημιουργήσει τον ανάλογο φορέα;

 

«Δεν το γνωρίζω, αλλά θα έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο. Πολλά ελληνικά μαγαζιά δεν είναι σε ελληνικά χέρια κι έχουν τα κακά τους χάλια. Τα λειτουργούν όπως θέλουν αυτοί, γιατί δεν είναι Έλληνες, δε γνωρίζουν τα προϊόντα μας, τα φαγητά μας κι έτσι ρίχνουν το επίπεδο το δικό μας. Ο φορέας όμως πρέπει να είναι ανεξάρτητος. Να ελέγχει τα προϊόντα, να μας δείξει ακόμη και την παρουσίαση των προϊόντων».

 

- Ένα κάλεσμα προς τους συναδέλφους σας για το τι πρέπει να κάνει η ελληνική κουζίνα για να βγει πιο δυνατή.

 

«Επιμένω ότι πρέπει να μπορέσουμε να φέρουμε καλούς Έλληνες σεφ για την ελληνική κουζίνα, όχι για γαλλική, ισπανική ή μοριακή κουζίνα. Να μας δώσουν γνώσεις γύρω από τα ελληνικά προϊόντα για να μπορέσουμε και σε συνδυασμό με το κοστολόγιο, να είμαστε ανταγωνιστικοί. Ποιοτικά καλύτεροι και με ανταγωνίσιμες τιμές. Λιτοί, όμορφοι, να προωθήσουμε τα κρασιά μας, που είναι πολύ κερδοφόρο προϊόν, για να περπατήσει στην αγορά η ελληνική κουζίνα, το ελληνικό κρασί και το ελληνικό προϊόν. Να σκεφτόμαστε ότι είμαστε και Έλληνες».               

                                                     Β.Β

 

Από μικρό παιδί ο Βασίλης Σταμούλης βρίσκεται στις κουζίνες και γνωρίζει από… την καλή και την ανάποδη τη γαστρονομία. Εχοντας ρίζες από το Νεοχώρι Τρικάλων, ο 39χρονος επιχειρηματίας είναι ιδιοκτήτης του Εστιατορίου «Ηλιος» στο Μόναχο συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση.


Μιλώντας στον Europolitis, ο Βασίλης Σταμούλης καταθέτει τις απόψεις του για την ελληνική κουζίνα στην Γερμανία, αναλύει την ιδιοσυγκρασία των Γερμανών γύρω από το ελληνικό φαγητό και ζητά μεγαλύτερο επαγγελματισμό από τους εστιάτορες.

- Ασχολείσαι 20 χρόνια με την ελληνική γαστρονομία. Πως βλέπει πως έχει εξελιχθεί στο πέρασμα των χρόνων;
«Δεν έχω δει μεγάλες αλλαγές. Οι Γερμανοί αγαπούν την ελληνική κουζίνα, αγαπάνε την Ελλάδα και κάθε Ελληνας που ανοίγει εστιατόριο είναι καλοδεχούμενος. Θα του δώσει δύο-τρεις ευκαιρίες επισκεπτόμενος το μαγαζί. Και επιμένει στο φαγητό που έτρωγε και παλιότερα, το γύρο, το σουβλάκι. Υπάρχουν πελάτες που θα δώσουν 50 ευρώ για κρασί αλλά θέλουν να φάνε τον γύρο, τις τηγανητές πατάτες και το τζατζίκι. Αυτή τη γεύση που τη θεωρούν ελληνική. Εκεί που υπάρχει μια διαφοροποίηση είναι το φρέσκο ψάρι που δεν υπήρχε πριν από 20-30 χρόνια. Από εκεί και πέρα θα εμπιστευτεί τον εστιάτορα με τον οποίο έχει αναπτύξει προσωπική επαφή. Βασικός κανόνας όμως είναι η καλή πρώτη ύλη, η ποιότητα και βέβαια η φιλοξενία. Ο Γερμανός είναι ανοικτός ως πελάτης».

- Ποιες είναι οι άσχημες στιγμές που μπορεί να βιώσει ένα εστιάτορας;
«Είναι σαφώς η κούραση και η καθημερινότητα».

- Πως μπορεί το ελληνικό εστιατόριο να πουλήσει το ελληνικό κρασί;
«Πρέπει να υπάρχει η δοκιμή. Ανοίγεις και το προσφέρεις σε ποτήρι. Παίζει μεγάλο ρόλο η εμπιστοσύνη. Οι Ιταλοί έδιναν κρασί πριν από 30 χρόνια και πλέον τα πουλάνε 40 ευρώ. Εμείς που ξεκινήσαμε τώρα, πρέπει να το δουλέψουμε πολύ ώστε να δώσουμε ένα με 28 ευρώ. Πρέπει να το παρουσιάσουμε όμορφα και βέβαια να είναι ωραίο το κρασί. Σημαντικό είναι να μάθει ο Γερμανός λεπτομέρειες για το ελληνικό κρασί, τις ποικιλίες. Αυτά πρέπει να τα ξέρει ο ίδιος ο γαστρονόμος».

- Θεωρείς τις τιμές των κρασιών ανταγωνιστικές;
«Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ καλές σε σχέση με κρασιά άλλων χωρών. Είμαστε σε πολύ καλό δρόμο γιατί οι παραγωγοί έχουν καταλάβει τι χρειάζεται ο Γερμανός και ο γαστρονόμος».

- Τα ελληνικά προϊόντα είναι ανταγωνιστικά στην αγορά;
«Τα προϊόντα που προέρχονται από την Ελλάδα είναι πολύ ποιοτικά. Αυτό που χρειάζεται βελτίωση είναι η προώθηση, πιο πολύ να τα διαφημίσουμε εμείς οι γαστρονόμοι. Έχουμε φανταστικά τυριά, κρασιά και λάδια, αλλά θέλει υποστήριξη. Οι έμποροι και παραγωγοί θα πρέπει να μας προτείνουν πιο πολλά καινούργια προϊόντα. Στην ελληνική αγορά υπάρχει πληθώρα επιλογών. Μπορούμε να δοκιμάζουμε κι εδώ στην Γερμανία σιγά-σιγά νέα πράγματα σε προσιτές τιμές. Επίσης και οι συσκευασίες που έρχονται πρέπει να είναι μικρότερες, ώστε να είναι πιο φρέσκα».

- Θεωρείς ότι πρέπει ο παραγωγός να βοηθήσει στην ενημέρωση για τα προϊόντα που έχει;
«Αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Πιο σημαντικό είναι να έρθει ο γαστρονόμος πιο κοντά στο προϊόν το ίδιο. Να το μάθει, να το γνωρίσει».

- Στα ελληνικά εστιατόρια είναι εκπαιδευμένοι οι ιδιοκτήτες, οι μάγειρες, οι σερβιτόροι;
«Κατά 80% όχι. Η γαστρονομία ακούγεται περίπλοκη, αλλά για αυτούς που είναι μέσα στο χώρο είναι απλή. Πρέπει να την αγαπάς, να είσαι ανοικτός σε καινούριες γεύσεις, να έχεις θέληση να μάθεις, να μελετάς και να ενημερώνεσαι. Έτσι, μπορούμε να πάμε προς το καλύτερο. Δεν είναι κάτι το απίστευτα δύσκολο να είσαι καλός γαστρονόμος. Τα στοιχεία που χρειάζεται είναι απλά».

- Υπάρχουν πιάτα που έτρωγες στο οικογενειακό τραπέζι από μικρός και τα σερβίρεις σήμερα στο μαγαζί σου;
«Το ιμάμ της γιαγιάς μου, που το προσφέρουμε και ως vegetarian με πατάτες φούρνου και αρέσει πάρα πολύ στους Γερμανούς. Επίσης, έχουμε το αρνάκι και το κατσικάκι της γάστρας με πατάτες λεμονάτες. Με αυτό μεγάλωσα και είναι ένα πιάτο πολύ απλό και είναι πεντανόστιμο».

- Πως αντιδρά ένας πελάτης όταν του παρουσιάσεις ένα πιάτο που δεν έχει συνηθίσει να τρώει σε ελληνικό εστιατόριο;
«Πρέπει να είσαι και ψυχολόγος. Να ξέρεις τον πελάτη σου και αν είναι ανοικτός στο να δοκιμάσει νέες γεύσεις. Θα το προσφέρεις σε ανθρώπους που θα πουν την αλήθεια. Πρέπει οπωσδήποτε, βέβαια, να αρέσει σε μένα ώστε να το βγάλω».

- Λόγω του φαινομένου της νεομετανάστευσης έχει ζωντανέψει η συζήτηση για την εκμετάλλευση από Ελληνες εστιάτορες. Το έχεις αντιληφθεί και τι πρέπει να αλλάξει;
«Το πρόβλημα προέχεται και από τις δύο πλευρές. Οι πιο πολλοί εργαζόμενοι είναι ανειδίκευτοι. Από την άλλη, ορισμένοι εστιάτορες δεν είναι αρκετά  επαγγελματίες ώστε να ζητούν εξειδικευμένο προσωπικό. Επομένως, πρέπει να αλλάξει πρώτα από τον γαστρονόμο, να επιλέξει επαγγελματίες ώστε να έχει πιο πολλές απαιτήσεις. Κι έτσι ο εργαζόμενος θα καταλάβει πως έχει να κάνει με επαγγελματία. Ετσι, στο τέλος θα κερδίσει η ελληνική γαστρονομία».

- Μετά από δεκαετίες παρουσίας της ελληνικής γαστρονομίας στη Γερμανία, μήπως ήρθε η ώρα οι Ελληνες εστιάτορες να δημιουργήσουν ένα δικό τους συλλογικό όργανο;
«Θα ήταν ένα πάρα πολύ καλό για όλους, ώστε να ενημερωνόμαστε και μαζικά να λύνουμε προβλήματα. Δυστυχώς, σαν λαός δεν τα συνηθίζουμε τέτοια πράγματα. Μας αρέσει να είμαστε μόνοι μας και η εμπειρία μου μού λέει πως είναι δύσκολο».

 

Από μικρό παιδί ο Βασίλης Σταμούλης βρίσκεται στις κουζίνες και γνωρίζει από… την καλή και την ανάποδη τη γαστρονομία. Εχοντας ρίζες από το Νεοχώρι Τρικάλων, ο 39χρονος επιχειρηματίας είναι ιδιοκτήτης του Εστιατορίου «Ηλιος» στο Μόναχο συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση.


Μιλώντας στον Europolitis, ο Βασίλης Σταμούλης καταθέτει τις απόψεις του για την ελληνική κουζίνα στην Γερμανία, αναλύει την ιδιοσυγκρασία των Γερμανών γύρω από το ελληνικό φαγητό και ζητά μεγαλύτερο επαγγελματισμό από τους εστιάτορες.

- Ασχολείσαι 20 χρόνια με την ελληνική γαστρονομία. Πως βλέπει πως έχει εξελιχθεί στο πέρασμα των χρόνων;
«Δεν έχω δει μεγάλες αλλαγές. Οι Γερμανοί αγαπούν την ελληνική κουζίνα, αγαπάνε την Ελλάδα και κάθε Ελληνας που ανοίγει εστιατόριο είναι καλοδεχούμενος. Θα του δώσει δύο-τρεις ευκαιρίες επισκεπτόμενος το μαγαζί. Και επιμένει στο φαγητό που έτρωγε και παλιότερα, το γύρο, το σουβλάκι. Υπάρχουν πελάτες που θα δώσουν 50 ευρώ για κρασί αλλά θέλουν να φάνε τον γύρο, τις τηγανητές πατάτες και το τζατζίκι. Αυτή τη γεύση που τη θεωρούν ελληνική. Εκεί που υπάρχει μια διαφοροποίηση είναι το φρέσκο ψάρι που δεν υπήρχε πριν από 20-30 χρόνια. Από εκεί και πέρα θα εμπιστευτεί τον εστιάτορα με τον οποίο έχει αναπτύξει προσωπική επαφή. Βασικός κανόνας όμως είναι η καλή πρώτη ύλη, η ποιότητα και βέβαια η φιλοξενία. Ο Γερμανός είναι ανοικτός ως πελάτης».

- Ποιες είναι οι άσχημες στιγμές που μπορεί να βιώσει ένα εστιάτορας;
«Είναι σαφώς η κούραση και η καθημερινότητα».

- Πως μπορεί το ελληνικό εστιατόριο να πουλήσει το ελληνικό κρασί;
«Πρέπει να υπάρχει η δοκιμή. Ανοίγεις και το προσφέρεις σε ποτήρι. Παίζει μεγάλο ρόλο η εμπιστοσύνη. Οι Ιταλοί έδιναν κρασί πριν από 30 χρόνια και πλέον τα πουλάνε 40 ευρώ. Εμείς που ξεκινήσαμε τώρα, πρέπει να το δουλέψουμε πολύ ώστε να δώσουμε ένα με 28 ευρώ. Πρέπει να το παρουσιάσουμε όμορφα και βέβαια να είναι ωραίο το κρασί. Σημαντικό είναι να μάθει ο Γερμανός λεπτομέρειες για το ελληνικό κρασί, τις ποικιλίες. Αυτά πρέπει να τα ξέρει ο ίδιος ο γαστρονόμος».

- Θεωρείς τις τιμές των κρασιών ανταγωνιστικές;
«Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ καλές σε σχέση με κρασιά άλλων χωρών. Είμαστε σε πολύ καλό δρόμο γιατί οι παραγωγοί έχουν καταλάβει τι χρειάζεται ο Γερμανός και ο γαστρονόμος».

- Τα ελληνικά προϊόντα είναι ανταγωνιστικά στην αγορά;
«Τα προϊόντα που προέρχονται από την Ελλάδα είναι πολύ ποιοτικά. Αυτό που χρειάζεται βελτίωση είναι η προώθηση, πιο πολύ να τα διαφημίσουμε εμείς οι γαστρονόμοι. Έχουμε φανταστικά τυριά, κρασιά και λάδια, αλλά θέλει υποστήριξη. Οι έμποροι και παραγωγοί θα πρέπει να μας προτείνουν πιο πολλά καινούργια προϊόντα. Στην ελληνική αγορά υπάρχει πληθώρα επιλογών. Μπορούμε να δοκιμάζουμε κι εδώ στην Γερμανία σιγά-σιγά νέα πράγματα σε προσιτές τιμές. Επίσης και οι συσκευασίες που έρχονται πρέπει να είναι μικρότερες, ώστε να είναι πιο φρέσκα».

- Θεωρείς ότι πρέπει ο παραγωγός να βοηθήσει στην ενημέρωση για τα προϊόντα που έχει;
«Αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Πιο σημαντικό είναι να έρθει ο γαστρονόμος πιο κοντά στο προϊόν το ίδιο. Να το μάθει, να το γνωρίσει».

- Στα ελληνικά εστιατόρια είναι εκπαιδευμένοι οι ιδιοκτήτες, οι μάγειρες, οι σερβιτόροι;
«Κατά 80% όχι. Η γαστρονομία ακούγεται περίπλοκη, αλλά για αυτούς που είναι μέσα στο χώρο είναι απλή. Πρέπει να την αγαπάς, να είσαι ανοικτός σε καινούριες γεύσεις, να έχεις θέληση να μάθεις, να μελετάς και να ενημερώνεσαι. Έτσι, μπορούμε να πάμε προς το καλύτερο. Δεν είναι κάτι το απίστευτα δύσκολο να είσαι καλός γαστρονόμος. Τα στοιχεία που χρειάζεται είναι απλά».

- Υπάρχουν πιάτα που έτρωγες στο οικογενειακό τραπέζι από μικρός και τα σερβίρεις σήμερα στο μαγαζί σου;
«Το ιμάμ της γιαγιάς μου, που το προσφέρουμε και ως vegetarian με πατάτες φούρνου και αρέσει πάρα πολύ στους Γερμανούς. Επίσης, έχουμε το αρνάκι και το κατσικάκι της γάστρας με πατάτες λεμονάτες. Με αυτό μεγάλωσα και είναι ένα πιάτο πολύ απλό και είναι πεντανόστιμο».

- Πως αντιδρά ένας πελάτης όταν του παρουσιάσεις ένα πιάτο που δεν έχει συνηθίσει να τρώει σε ελληνικό εστιατόριο;
«Πρέπει να είσαι και ψυχολόγος. Να ξέρεις τον πελάτη σου και αν είναι ανοικτός στο να δοκιμάσει νέες γεύσεις. Θα το προσφέρεις σε ανθρώπους που θα πουν την αλήθεια. Πρέπει οπωσδήποτε, βέβαια, να αρέσει σε μένα ώστε να το βγάλω».

- Λόγω του φαινομένου της νεομετανάστευσης έχει ζωντανέψει η συζήτηση για την εκμετάλλευση από Ελληνες εστιάτορες. Το έχεις αντιληφθεί και τι πρέπει να αλλάξει;
«Το πρόβλημα προέχεται και από τις δύο πλευρές. Οι πιο πολλοί εργαζόμενοι είναι ανειδίκευτοι. Από την άλλη, ορισμένοι εστιάτορες δεν είναι αρκετά  επαγγελματίες ώστε να ζητούν εξειδικευμένο προσωπικό. Επομένως, πρέπει να αλλάξει πρώτα από τον γαστρονόμο, να επιλέξει επαγγελματίες ώστε να έχει πιο πολλές απαιτήσεις. Κι έτσι ο εργαζόμενος θα καταλάβει πως έχει να κάνει με επαγγελματία. Ετσι, στο τέλος θα κερδίσει η ελληνική γαστρονομία».

- Μετά από δεκαετίες παρουσίας της ελληνικής γαστρονομίας στη Γερμανία, μήπως ήρθε η ώρα οι Ελληνες εστιάτορες να δημιουργήσουν ένα δικό τους συλλογικό όργανο;
«Θα ήταν ένα πάρα πολύ καλό για όλους, ώστε να ενημερωνόμαστε και μαζικά να λύνουμε προβλήματα. Δυστυχώς, σαν λαός δεν τα συνηθίζουμε τέτοια πράγματα. Μας αρέσει να είμαστε μόνοι μας και η εμπειρία μου μού λέει πως είναι δύσκολο».

 

Από μικρό παιδί ο Βασίλης Σταμούλης βρίσκεται στις κουζίνες και γνωρίζει από… την καλή και την ανάποδη τη γαστρονομία. Εχοντας ρίζες από το Νεοχώρι Τρικάλων, ο 39χρονος επιχειρηματίας είναι ιδιοκτήτης του Εστιατορίου «Ηλιος» στο Μόναχο συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση.


Μιλώντας στον Europolitis, ο Βασίλης Σταμούλης καταθέτει τις απόψεις του για την ελληνική κουζίνα στην Γερμανία, αναλύει την ιδιοσυγκρασία των Γερμανών γύρω από το ελληνικό φαγητό και ζητά μεγαλύτερο επαγγελματισμό από τους εστιάτορες.

- Ασχολείσαι 20 χρόνια με την ελληνική γαστρονομία. Πως βλέπει πως έχει εξελιχθεί στο πέρασμα των χρόνων;
«Δεν έχω δει μεγάλες αλλαγές. Οι Γερμανοί αγαπούν την ελληνική κουζίνα, αγαπάνε την Ελλάδα και κάθε Ελληνας που ανοίγει εστιατόριο είναι καλοδεχούμενος. Θα του δώσει δύο-τρεις ευκαιρίες επισκεπτόμενος το μαγαζί. Και επιμένει στο φαγητό που έτρωγε και παλιότερα, το γύρο, το σουβλάκι. Υπάρχουν πελάτες που θα δώσουν 50 ευρώ για κρασί αλλά θέλουν να φάνε τον γύρο, τις τηγανητές πατάτες και το τζατζίκι. Αυτή τη γεύση που τη θεωρούν ελληνική. Εκεί που υπάρχει μια διαφοροποίηση είναι το φρέσκο ψάρι που δεν υπήρχε πριν από 20-30 χρόνια. Από εκεί και πέρα θα εμπιστευτεί τον εστιάτορα με τον οποίο έχει αναπτύξει προσωπική επαφή. Βασικός κανόνας όμως είναι η καλή πρώτη ύλη, η ποιότητα και βέβαια η φιλοξενία. Ο Γερμανός είναι ανοικτός ως πελάτης».

- Ποιες είναι οι άσχημες στιγμές που μπορεί να βιώσει ένα εστιάτορας;
«Είναι σαφώς η κούραση και η καθημερινότητα».

- Πως μπορεί το ελληνικό εστιατόριο να πουλήσει το ελληνικό κρασί;
«Πρέπει να υπάρχει η δοκιμή. Ανοίγεις και το προσφέρεις σε ποτήρι. Παίζει μεγάλο ρόλο η εμπιστοσύνη. Οι Ιταλοί έδιναν κρασί πριν από 30 χρόνια και πλέον τα πουλάνε 40 ευρώ. Εμείς που ξεκινήσαμε τώρα, πρέπει να το δουλέψουμε πολύ ώστε να δώσουμε ένα με 28 ευρώ. Πρέπει να το παρουσιάσουμε όμορφα και βέβαια να είναι ωραίο το κρασί. Σημαντικό είναι να μάθει ο Γερμανός λεπτομέρειες για το ελληνικό κρασί, τις ποικιλίες. Αυτά πρέπει να τα ξέρει ο ίδιος ο γαστρονόμος».

- Θεωρείς τις τιμές των κρασιών ανταγωνιστικές;
«Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ καλές σε σχέση με κρασιά άλλων χωρών. Είμαστε σε πολύ καλό δρόμο γιατί οι παραγωγοί έχουν καταλάβει τι χρειάζεται ο Γερμανός και ο γαστρονόμος».

- Τα ελληνικά προϊόντα είναι ανταγωνιστικά στην αγορά;
«Τα προϊόντα που προέρχονται από την Ελλάδα είναι πολύ ποιοτικά. Αυτό που χρειάζεται βελτίωση είναι η προώθηση, πιο πολύ να τα διαφημίσουμε εμείς οι γαστρονόμοι. Έχουμε φανταστικά τυριά, κρασιά και λάδια, αλλά θέλει υποστήριξη. Οι έμποροι και παραγωγοί θα πρέπει να μας προτείνουν πιο πολλά καινούργια προϊόντα. Στην ελληνική αγορά υπάρχει πληθώρα επιλογών. Μπορούμε να δοκιμάζουμε κι εδώ στην Γερμανία σιγά-σιγά νέα πράγματα σε προσιτές τιμές. Επίσης και οι συσκευασίες που έρχονται πρέπει να είναι μικρότερες, ώστε να είναι πιο φρέσκα».

- Θεωρείς ότι πρέπει ο παραγωγός να βοηθήσει στην ενημέρωση για τα προϊόντα που έχει;
«Αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Πιο σημαντικό είναι να έρθει ο γαστρονόμος πιο κοντά στο προϊόν το ίδιο. Να το μάθει, να το γνωρίσει».

- Στα ελληνικά εστιατόρια είναι εκπαιδευμένοι οι ιδιοκτήτες, οι μάγειρες, οι σερβιτόροι;
«Κατά 80% όχι. Η γαστρονομία ακούγεται περίπλοκη, αλλά για αυτούς που είναι μέσα στο χώρο είναι απλή. Πρέπει να την αγαπάς, να είσαι ανοικτός σε καινούριες γεύσεις, να έχεις θέληση να μάθεις, να μελετάς και να ενημερώνεσαι. Έτσι, μπορούμε να πάμε προς το καλύτερο. Δεν είναι κάτι το απίστευτα δύσκολο να είσαι καλός γαστρονόμος. Τα στοιχεία που χρειάζεται είναι απλά».

- Υπάρχουν πιάτα που έτρωγες στο οικογενειακό τραπέζι από μικρός και τα σερβίρεις σήμερα στο μαγαζί σου;
«Το ιμάμ της γιαγιάς μου, που το προσφέρουμε και ως vegetarian με πατάτες φούρνου και αρέσει πάρα πολύ στους Γερμανούς. Επίσης, έχουμε το αρνάκι και το κατσικάκι της γάστρας με πατάτες λεμονάτες. Με αυτό μεγάλωσα και είναι ένα πιάτο πολύ απλό και είναι πεντανόστιμο».

- Πως αντιδρά ένας πελάτης όταν του παρουσιάσεις ένα πιάτο που δεν έχει συνηθίσει να τρώει σε ελληνικό εστιατόριο;
«Πρέπει να είσαι και ψυχολόγος. Να ξέρεις τον πελάτη σου και αν είναι ανοικτός στο να δοκιμάσει νέες γεύσεις. Θα το προσφέρεις σε ανθρώπους που θα πουν την αλήθεια. Πρέπει οπωσδήποτε, βέβαια, να αρέσει σε μένα ώστε να το βγάλω».

- Λόγω του φαινομένου της νεομετανάστευσης έχει ζωντανέψει η συζήτηση για την εκμετάλλευση από Ελληνες εστιάτορες. Το έχεις αντιληφθεί και τι πρέπει να αλλάξει;
«Το πρόβλημα προέχεται και από τις δύο πλευρές. Οι πιο πολλοί εργαζόμενοι είναι ανειδίκευτοι. Από την άλλη, ορισμένοι εστιάτορες δεν είναι αρκετά  επαγγελματίες ώστε να ζητούν εξειδικευμένο προσωπικό. Επομένως, πρέπει να αλλάξει πρώτα από τον γαστρονόμο, να επιλέξει επαγγελματίες ώστε να έχει πιο πολλές απαιτήσεις. Κι έτσι ο εργαζόμενος θα καταλάβει πως έχει να κάνει με επαγγελματία. Ετσι, στο τέλος θα κερδίσει η ελληνική γαστρονομία».

- Μετά από δεκαετίες παρουσίας της ελληνικής γαστρονομίας στη Γερμανία, μήπως ήρθε η ώρα οι Ελληνες εστιάτορες να δημιουργήσουν ένα δικό τους συλλογικό όργανο;
«Θα ήταν ένα πάρα πολύ καλό για όλους, ώστε να ενημερωνόμαστε και μαζικά να λύνουμε προβλήματα. Δυστυχώς, σαν λαός δεν τα συνηθίζουμε τέτοια πράγματα. Μας αρέσει να είμαστε μόνοι μας και η εμπειρία μου μού λέει πως είναι δύσκολο».

 

ΘΕΣΕΙΣ-ΣΚΕΨΕΙΣ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Οι Έλληνες γαστρονόμοι μιλάνε με λόγια ψυχής για το χθες το σήμερα και το αύριο της ελληνικής γαστρονομίας στη Γερμανία.


Απλές κουβέντες βγαλμένες από την εμπειρία και το μεράκι για αυτό που κάνουνε.

 

Μπάμπης Νικολάου

Από το Καστρί Πρεβέζης

(21 χρόνια στη γαστρονομία)

Ντόρτμουντ: Εστιατόριο Άρτεμης

 

ΤΙ ΑΡΕΣΕΙ ΣΤΟ ΓΕΡΜΑΝΟ ΠΕΛΑΤΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ

Καταρχήν η ζεστασιά μας, η φιλοξενία και τα φαγητά μας τα οποία είναι νόστιμα, μεγάλα σε ποσότητες  και οικονομικά σε σχέση με άλλες κουζίνες (π.χ Ιταλική)

 

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΥΠΟΧΟΡΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

 

Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι  τη ποιότητα μας, δε πρέπει να έχουμε σαν βασικό μας κριτήριο μόνο το κόστος  στα προϊόντα, θα πρέπει να κοιτάμε να πουλάμε ποιότητα φρεσκάδα με κάποιο ανάλογο αλλά οικονομικό κόστος. ( οι μεγάλες ποσότητες και η οικονομία στην αγορά προϊόντων δεν είναι το μέλλον στην ελληνική κουζίνα)

 

ΑΡΧΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

 

Βλέποντας  τα τελευταία χρόνια να γίνονται σοβαρές προσπάθειες από αρκετούς συναδέλφους κάνοντας  στροφή και απασχολούν επαγγελματίες στο εστιατόριο τους, όπως και εγώ στο δικό μου εστιατόριο ξεκινάω μια μεταβατική περίοδο. Είναι καιρός να βρούμε τον εαυτό μας και τη ταυτότητα μας.

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ

Πρέπει να περάσουμε στο Γερμανό πελάτη πια είναι η πραγματική Ελληνική κουζίνα, Μεσογειακή διατροφή, τους πολλούς μεζέδες μας, οι Ισπανοί μας το δείξανε χρόνια με τα τάπας τους, εμείς που τα έχουμε  και ξέρουμε πόσο νόστιμα είναι γιατί δε τα προωθούμε.

 

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ

Η πιστοποίηση ενός εστιατορίου μέσα απο έναν αξιόπιστο φορέα θα βοηθούσε ουσιαστικά στη καλύτερη προβολή των εστιατορίων μα, είναι κάτι που το έχουνε κάνει  και άλλοι όπως οι Ιταλοί, Ταϊλανδοί.

Να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους θα πρέπει να μάθουμε να προβάλουμε καλυτέρα τα προϊόντα και την ποιότητα που μπορούμε να προσφέρουμε.

Άμα δεν αλλάξουμε και δεν ακολουθήσουμε τις ανάγκες της αγοράς θα χάσουμε πολύ έδαφος.

 

ΘΕΣΕΙΣ-ΣΚΕΨΕΙΣ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Οι Έλληνες γαστρονόμοι μιλάνε με λόγια ψυχής για το χθες το σήμερα και το αύριο της ελληνικής γαστρονομίας στη Γερμανία.


Απλές κουβέντες βγαλμένες από την εμπειρία και το μεράκι για αυτό που κάνουνε.

 

Μπάμπης Νικολάου

Από το Καστρί Πρεβέζης

(21 χρόνια στη γαστρονομία)

Ντόρτμουντ: Εστιατόριο Άρτεμης

 

ΤΙ ΑΡΕΣΕΙ ΣΤΟ ΓΕΡΜΑΝΟ ΠΕΛΑΤΗ ΑΠΟ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΟ

Καταρχήν η ζεστασιά μας, η φιλοξενία και τα φαγητά μας τα οποία είναι νόστιμα, μεγάλα σε ποσότητες  και οικονομικά σε σχέση με άλλες κουζίνες (π.χ Ιταλική)

 

ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΡΟΣΕΞΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΥΠΟΧΟΡΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ

 

Αυτό που πρέπει να προσέξουμε είναι  τη ποιότητα μας, δε πρέπει να έχουμε σαν βασικό μας κριτήριο μόνο το κόστος  στα προϊόντα, θα πρέπει να κοιτάμε να πουλάμε ποιότητα φρεσκάδα με κάποιο ανάλογο αλλά οικονομικό κόστος. ( οι μεγάλες ποσότητες και η οικονομία στην αγορά προϊόντων δεν είναι το μέλλον στην ελληνική κουζίνα)

 

ΑΡΧΙΖΟΥΜΕ ΝΑ ΑΠΑΣΧΟΛΟΥΜΕ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ

 

Βλέποντας  τα τελευταία χρόνια να γίνονται σοβαρές προσπάθειες από αρκετούς συναδέλφους κάνοντας  στροφή και απασχολούν επαγγελματίες στο εστιατόριο τους, όπως και εγώ στο δικό μου εστιατόριο ξεκινάω μια μεταβατική περίοδο. Είναι καιρός να βρούμε τον εαυτό μας και τη ταυτότητα μας.

 

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΜΑΣ

Πρέπει να περάσουμε στο Γερμανό πελάτη πια είναι η πραγματική Ελληνική κουζίνα, Μεσογειακή διατροφή, τους πολλούς μεζέδες μας, οι Ισπανοί μας το δείξανε χρόνια με τα τάπας τους, εμείς που τα έχουμε  και ξέρουμε πόσο νόστιμα είναι γιατί δε τα προωθούμε.

 

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΩΝ

Η πιστοποίηση ενός εστιατορίου μέσα απο έναν αξιόπιστο φορέα θα βοηθούσε ουσιαστικά στη καλύτερη προβολή των εστιατορίων μα, είναι κάτι που το έχουνε κάνει  και άλλοι όπως οι Ιταλοί, Ταϊλανδοί.

Να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους θα πρέπει να μάθουμε να προβάλουμε καλυτέρα τα προϊόντα και την ποιότητα που μπορούμε να προσφέρουμε.

Άμα δεν αλλάξουμε και δεν ακολουθήσουμε τις ανάγκες της αγοράς θα χάσουμε πολύ έδαφος.

 

Σελίδα 1 από 2

Η Ελληνική Εφημερίδα στην Ευρώπη-

DIE GRIECHISCHE ZEITUNG IN EUROPA

Am Schomm 40, 41199 Mönchengladbach  
Telefon: +49 2166 64 78 733 
E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

Εγγραφή σε Newsletter

Εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε τα νέα του Europolitis.eu
captcha 
×

Το Europolitis.eu χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. OK     Διαβάστε περισσότερα...