Μικρές Αγγελίες - Kleinanzeigen                Επαγγελματικός Οδηγός - Branchenbuch

  

Από μικρό παιδί ο Βασίλης Σταμούλης βρίσκεται στις κουζίνες και γνωρίζει από… την καλή και την ανάποδη τη γαστρονομία. Εχοντας ρίζες από το Νεοχώρι Τρικάλων, ο 39χρονος επιχειρηματίας είναι ιδιοκτήτης του Εστιατορίου «Ηλιος» στο Μόναχο συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση.


Μιλώντας στον Europolitis, ο Βασίλης Σταμούλης καταθέτει τις απόψεις του για την ελληνική κουζίνα στην Γερμανία, αναλύει την ιδιοσυγκρασία των Γερμανών γύρω από το ελληνικό φαγητό και ζητά μεγαλύτερο επαγγελματισμό από τους εστιάτορες.

- Ασχολείσαι 20 χρόνια με την ελληνική γαστρονομία. Πως βλέπει πως έχει εξελιχθεί στο πέρασμα των χρόνων;
«Δεν έχω δει μεγάλες αλλαγές. Οι Γερμανοί αγαπούν την ελληνική κουζίνα, αγαπάνε την Ελλάδα και κάθε Ελληνας που ανοίγει εστιατόριο είναι καλοδεχούμενος. Θα του δώσει δύο-τρεις ευκαιρίες επισκεπτόμενος το μαγαζί. Και επιμένει στο φαγητό που έτρωγε και παλιότερα, το γύρο, το σουβλάκι. Υπάρχουν πελάτες που θα δώσουν 50 ευρώ για κρασί αλλά θέλουν να φάνε τον γύρο, τις τηγανητές πατάτες και το τζατζίκι. Αυτή τη γεύση που τη θεωρούν ελληνική. Εκεί που υπάρχει μια διαφοροποίηση είναι το φρέσκο ψάρι που δεν υπήρχε πριν από 20-30 χρόνια. Από εκεί και πέρα θα εμπιστευτεί τον εστιάτορα με τον οποίο έχει αναπτύξει προσωπική επαφή. Βασικός κανόνας όμως είναι η καλή πρώτη ύλη, η ποιότητα και βέβαια η φιλοξενία. Ο Γερμανός είναι ανοικτός ως πελάτης».

- Ποιες είναι οι άσχημες στιγμές που μπορεί να βιώσει ένα εστιάτορας;
«Είναι σαφώς η κούραση και η καθημερινότητα».

- Πως μπορεί το ελληνικό εστιατόριο να πουλήσει το ελληνικό κρασί;
«Πρέπει να υπάρχει η δοκιμή. Ανοίγεις και το προσφέρεις σε ποτήρι. Παίζει μεγάλο ρόλο η εμπιστοσύνη. Οι Ιταλοί έδιναν κρασί πριν από 30 χρόνια και πλέον τα πουλάνε 40 ευρώ. Εμείς που ξεκινήσαμε τώρα, πρέπει να το δουλέψουμε πολύ ώστε να δώσουμε ένα με 28 ευρώ. Πρέπει να το παρουσιάσουμε όμορφα και βέβαια να είναι ωραίο το κρασί. Σημαντικό είναι να μάθει ο Γερμανός λεπτομέρειες για το ελληνικό κρασί, τις ποικιλίες. Αυτά πρέπει να τα ξέρει ο ίδιος ο γαστρονόμος».

- Θεωρείς τις τιμές των κρασιών ανταγωνιστικές;
«Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ καλές σε σχέση με κρασιά άλλων χωρών. Είμαστε σε πολύ καλό δρόμο γιατί οι παραγωγοί έχουν καταλάβει τι χρειάζεται ο Γερμανός και ο γαστρονόμος».

- Τα ελληνικά προϊόντα είναι ανταγωνιστικά στην αγορά;
«Τα προϊόντα που προέρχονται από την Ελλάδα είναι πολύ ποιοτικά. Αυτό που χρειάζεται βελτίωση είναι η προώθηση, πιο πολύ να τα διαφημίσουμε εμείς οι γαστρονόμοι. Έχουμε φανταστικά τυριά, κρασιά και λάδια, αλλά θέλει υποστήριξη. Οι έμποροι και παραγωγοί θα πρέπει να μας προτείνουν πιο πολλά καινούργια προϊόντα. Στην ελληνική αγορά υπάρχει πληθώρα επιλογών. Μπορούμε να δοκιμάζουμε κι εδώ στην Γερμανία σιγά-σιγά νέα πράγματα σε προσιτές τιμές. Επίσης και οι συσκευασίες που έρχονται πρέπει να είναι μικρότερες, ώστε να είναι πιο φρέσκα».

- Θεωρείς ότι πρέπει ο παραγωγός να βοηθήσει στην ενημέρωση για τα προϊόντα που έχει;
«Αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Πιο σημαντικό είναι να έρθει ο γαστρονόμος πιο κοντά στο προϊόν το ίδιο. Να το μάθει, να το γνωρίσει».

- Στα ελληνικά εστιατόρια είναι εκπαιδευμένοι οι ιδιοκτήτες, οι μάγειρες, οι σερβιτόροι;
«Κατά 80% όχι. Η γαστρονομία ακούγεται περίπλοκη, αλλά για αυτούς που είναι μέσα στο χώρο είναι απλή. Πρέπει να την αγαπάς, να είσαι ανοικτός σε καινούριες γεύσεις, να έχεις θέληση να μάθεις, να μελετάς και να ενημερώνεσαι. Έτσι, μπορούμε να πάμε προς το καλύτερο. Δεν είναι κάτι το απίστευτα δύσκολο να είσαι καλός γαστρονόμος. Τα στοιχεία που χρειάζεται είναι απλά».

- Υπάρχουν πιάτα που έτρωγες στο οικογενειακό τραπέζι από μικρός και τα σερβίρεις σήμερα στο μαγαζί σου;
«Το ιμάμ της γιαγιάς μου, που το προσφέρουμε και ως vegetarian με πατάτες φούρνου και αρέσει πάρα πολύ στους Γερμανούς. Επίσης, έχουμε το αρνάκι και το κατσικάκι της γάστρας με πατάτες λεμονάτες. Με αυτό μεγάλωσα και είναι ένα πιάτο πολύ απλό και είναι πεντανόστιμο».

- Πως αντιδρά ένας πελάτης όταν του παρουσιάσεις ένα πιάτο που δεν έχει συνηθίσει να τρώει σε ελληνικό εστιατόριο;
«Πρέπει να είσαι και ψυχολόγος. Να ξέρεις τον πελάτη σου και αν είναι ανοικτός στο να δοκιμάσει νέες γεύσεις. Θα το προσφέρεις σε ανθρώπους που θα πουν την αλήθεια. Πρέπει οπωσδήποτε, βέβαια, να αρέσει σε μένα ώστε να το βγάλω».

- Λόγω του φαινομένου της νεομετανάστευσης έχει ζωντανέψει η συζήτηση για την εκμετάλλευση από Ελληνες εστιάτορες. Το έχεις αντιληφθεί και τι πρέπει να αλλάξει;
«Το πρόβλημα προέχεται και από τις δύο πλευρές. Οι πιο πολλοί εργαζόμενοι είναι ανειδίκευτοι. Από την άλλη, ορισμένοι εστιάτορες δεν είναι αρκετά  επαγγελματίες ώστε να ζητούν εξειδικευμένο προσωπικό. Επομένως, πρέπει να αλλάξει πρώτα από τον γαστρονόμο, να επιλέξει επαγγελματίες ώστε να έχει πιο πολλές απαιτήσεις. Κι έτσι ο εργαζόμενος θα καταλάβει πως έχει να κάνει με επαγγελματία. Ετσι, στο τέλος θα κερδίσει η ελληνική γαστρονομία».

- Μετά από δεκαετίες παρουσίας της ελληνικής γαστρονομίας στη Γερμανία, μήπως ήρθε η ώρα οι Ελληνες εστιάτορες να δημιουργήσουν ένα δικό τους συλλογικό όργανο;
«Θα ήταν ένα πάρα πολύ καλό για όλους, ώστε να ενημερωνόμαστε και μαζικά να λύνουμε προβλήματα. Δυστυχώς, σαν λαός δεν τα συνηθίζουμε τέτοια πράγματα. Μας αρέσει να είμαστε μόνοι μας και η εμπειρία μου μού λέει πως είναι δύσκολο».

 

Από μικρό παιδί ο Βασίλης Σταμούλης βρίσκεται στις κουζίνες και γνωρίζει από… την καλή και την ανάποδη τη γαστρονομία. Εχοντας ρίζες από το Νεοχώρι Τρικάλων, ο 39χρονος επιχειρηματίας είναι ιδιοκτήτης του Εστιατορίου «Ηλιος» στο Μόναχο συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση.


Μιλώντας στον Europolitis, ο Βασίλης Σταμούλης καταθέτει τις απόψεις του για την ελληνική κουζίνα στην Γερμανία, αναλύει την ιδιοσυγκρασία των Γερμανών γύρω από το ελληνικό φαγητό και ζητά μεγαλύτερο επαγγελματισμό από τους εστιάτορες.

- Ασχολείσαι 20 χρόνια με την ελληνική γαστρονομία. Πως βλέπει πως έχει εξελιχθεί στο πέρασμα των χρόνων;
«Δεν έχω δει μεγάλες αλλαγές. Οι Γερμανοί αγαπούν την ελληνική κουζίνα, αγαπάνε την Ελλάδα και κάθε Ελληνας που ανοίγει εστιατόριο είναι καλοδεχούμενος. Θα του δώσει δύο-τρεις ευκαιρίες επισκεπτόμενος το μαγαζί. Και επιμένει στο φαγητό που έτρωγε και παλιότερα, το γύρο, το σουβλάκι. Υπάρχουν πελάτες που θα δώσουν 50 ευρώ για κρασί αλλά θέλουν να φάνε τον γύρο, τις τηγανητές πατάτες και το τζατζίκι. Αυτή τη γεύση που τη θεωρούν ελληνική. Εκεί που υπάρχει μια διαφοροποίηση είναι το φρέσκο ψάρι που δεν υπήρχε πριν από 20-30 χρόνια. Από εκεί και πέρα θα εμπιστευτεί τον εστιάτορα με τον οποίο έχει αναπτύξει προσωπική επαφή. Βασικός κανόνας όμως είναι η καλή πρώτη ύλη, η ποιότητα και βέβαια η φιλοξενία. Ο Γερμανός είναι ανοικτός ως πελάτης».

- Ποιες είναι οι άσχημες στιγμές που μπορεί να βιώσει ένα εστιάτορας;
«Είναι σαφώς η κούραση και η καθημερινότητα».

- Πως μπορεί το ελληνικό εστιατόριο να πουλήσει το ελληνικό κρασί;
«Πρέπει να υπάρχει η δοκιμή. Ανοίγεις και το προσφέρεις σε ποτήρι. Παίζει μεγάλο ρόλο η εμπιστοσύνη. Οι Ιταλοί έδιναν κρασί πριν από 30 χρόνια και πλέον τα πουλάνε 40 ευρώ. Εμείς που ξεκινήσαμε τώρα, πρέπει να το δουλέψουμε πολύ ώστε να δώσουμε ένα με 28 ευρώ. Πρέπει να το παρουσιάσουμε όμορφα και βέβαια να είναι ωραίο το κρασί. Σημαντικό είναι να μάθει ο Γερμανός λεπτομέρειες για το ελληνικό κρασί, τις ποικιλίες. Αυτά πρέπει να τα ξέρει ο ίδιος ο γαστρονόμος».

- Θεωρείς τις τιμές των κρασιών ανταγωνιστικές;
«Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ καλές σε σχέση με κρασιά άλλων χωρών. Είμαστε σε πολύ καλό δρόμο γιατί οι παραγωγοί έχουν καταλάβει τι χρειάζεται ο Γερμανός και ο γαστρονόμος».

- Τα ελληνικά προϊόντα είναι ανταγωνιστικά στην αγορά;
«Τα προϊόντα που προέρχονται από την Ελλάδα είναι πολύ ποιοτικά. Αυτό που χρειάζεται βελτίωση είναι η προώθηση, πιο πολύ να τα διαφημίσουμε εμείς οι γαστρονόμοι. Έχουμε φανταστικά τυριά, κρασιά και λάδια, αλλά θέλει υποστήριξη. Οι έμποροι και παραγωγοί θα πρέπει να μας προτείνουν πιο πολλά καινούργια προϊόντα. Στην ελληνική αγορά υπάρχει πληθώρα επιλογών. Μπορούμε να δοκιμάζουμε κι εδώ στην Γερμανία σιγά-σιγά νέα πράγματα σε προσιτές τιμές. Επίσης και οι συσκευασίες που έρχονται πρέπει να είναι μικρότερες, ώστε να είναι πιο φρέσκα».

- Θεωρείς ότι πρέπει ο παραγωγός να βοηθήσει στην ενημέρωση για τα προϊόντα που έχει;
«Αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Πιο σημαντικό είναι να έρθει ο γαστρονόμος πιο κοντά στο προϊόν το ίδιο. Να το μάθει, να το γνωρίσει».

- Στα ελληνικά εστιατόρια είναι εκπαιδευμένοι οι ιδιοκτήτες, οι μάγειρες, οι σερβιτόροι;
«Κατά 80% όχι. Η γαστρονομία ακούγεται περίπλοκη, αλλά για αυτούς που είναι μέσα στο χώρο είναι απλή. Πρέπει να την αγαπάς, να είσαι ανοικτός σε καινούριες γεύσεις, να έχεις θέληση να μάθεις, να μελετάς και να ενημερώνεσαι. Έτσι, μπορούμε να πάμε προς το καλύτερο. Δεν είναι κάτι το απίστευτα δύσκολο να είσαι καλός γαστρονόμος. Τα στοιχεία που χρειάζεται είναι απλά».

- Υπάρχουν πιάτα που έτρωγες στο οικογενειακό τραπέζι από μικρός και τα σερβίρεις σήμερα στο μαγαζί σου;
«Το ιμάμ της γιαγιάς μου, που το προσφέρουμε και ως vegetarian με πατάτες φούρνου και αρέσει πάρα πολύ στους Γερμανούς. Επίσης, έχουμε το αρνάκι και το κατσικάκι της γάστρας με πατάτες λεμονάτες. Με αυτό μεγάλωσα και είναι ένα πιάτο πολύ απλό και είναι πεντανόστιμο».

- Πως αντιδρά ένας πελάτης όταν του παρουσιάσεις ένα πιάτο που δεν έχει συνηθίσει να τρώει σε ελληνικό εστιατόριο;
«Πρέπει να είσαι και ψυχολόγος. Να ξέρεις τον πελάτη σου και αν είναι ανοικτός στο να δοκιμάσει νέες γεύσεις. Θα το προσφέρεις σε ανθρώπους που θα πουν την αλήθεια. Πρέπει οπωσδήποτε, βέβαια, να αρέσει σε μένα ώστε να το βγάλω».

- Λόγω του φαινομένου της νεομετανάστευσης έχει ζωντανέψει η συζήτηση για την εκμετάλλευση από Ελληνες εστιάτορες. Το έχεις αντιληφθεί και τι πρέπει να αλλάξει;
«Το πρόβλημα προέχεται και από τις δύο πλευρές. Οι πιο πολλοί εργαζόμενοι είναι ανειδίκευτοι. Από την άλλη, ορισμένοι εστιάτορες δεν είναι αρκετά  επαγγελματίες ώστε να ζητούν εξειδικευμένο προσωπικό. Επομένως, πρέπει να αλλάξει πρώτα από τον γαστρονόμο, να επιλέξει επαγγελματίες ώστε να έχει πιο πολλές απαιτήσεις. Κι έτσι ο εργαζόμενος θα καταλάβει πως έχει να κάνει με επαγγελματία. Ετσι, στο τέλος θα κερδίσει η ελληνική γαστρονομία».

- Μετά από δεκαετίες παρουσίας της ελληνικής γαστρονομίας στη Γερμανία, μήπως ήρθε η ώρα οι Ελληνες εστιάτορες να δημιουργήσουν ένα δικό τους συλλογικό όργανο;
«Θα ήταν ένα πάρα πολύ καλό για όλους, ώστε να ενημερωνόμαστε και μαζικά να λύνουμε προβλήματα. Δυστυχώς, σαν λαός δεν τα συνηθίζουμε τέτοια πράγματα. Μας αρέσει να είμαστε μόνοι μας και η εμπειρία μου μού λέει πως είναι δύσκολο».

 

Από μικρό παιδί ο Βασίλης Σταμούλης βρίσκεται στις κουζίνες και γνωρίζει από… την καλή και την ανάποδη τη γαστρονομία. Εχοντας ρίζες από το Νεοχώρι Τρικάλων, ο 39χρονος επιχειρηματίας είναι ιδιοκτήτης του Εστιατορίου «Ηλιος» στο Μόναχο συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση.


Μιλώντας στον Europolitis, ο Βασίλης Σταμούλης καταθέτει τις απόψεις του για την ελληνική κουζίνα στην Γερμανία, αναλύει την ιδιοσυγκρασία των Γερμανών γύρω από το ελληνικό φαγητό και ζητά μεγαλύτερο επαγγελματισμό από τους εστιάτορες.

- Ασχολείσαι 20 χρόνια με την ελληνική γαστρονομία. Πως βλέπει πως έχει εξελιχθεί στο πέρασμα των χρόνων;
«Δεν έχω δει μεγάλες αλλαγές. Οι Γερμανοί αγαπούν την ελληνική κουζίνα, αγαπάνε την Ελλάδα και κάθε Ελληνας που ανοίγει εστιατόριο είναι καλοδεχούμενος. Θα του δώσει δύο-τρεις ευκαιρίες επισκεπτόμενος το μαγαζί. Και επιμένει στο φαγητό που έτρωγε και παλιότερα, το γύρο, το σουβλάκι. Υπάρχουν πελάτες που θα δώσουν 50 ευρώ για κρασί αλλά θέλουν να φάνε τον γύρο, τις τηγανητές πατάτες και το τζατζίκι. Αυτή τη γεύση που τη θεωρούν ελληνική. Εκεί που υπάρχει μια διαφοροποίηση είναι το φρέσκο ψάρι που δεν υπήρχε πριν από 20-30 χρόνια. Από εκεί και πέρα θα εμπιστευτεί τον εστιάτορα με τον οποίο έχει αναπτύξει προσωπική επαφή. Βασικός κανόνας όμως είναι η καλή πρώτη ύλη, η ποιότητα και βέβαια η φιλοξενία. Ο Γερμανός είναι ανοικτός ως πελάτης».

- Ποιες είναι οι άσχημες στιγμές που μπορεί να βιώσει ένα εστιάτορας;
«Είναι σαφώς η κούραση και η καθημερινότητα».

- Πως μπορεί το ελληνικό εστιατόριο να πουλήσει το ελληνικό κρασί;
«Πρέπει να υπάρχει η δοκιμή. Ανοίγεις και το προσφέρεις σε ποτήρι. Παίζει μεγάλο ρόλο η εμπιστοσύνη. Οι Ιταλοί έδιναν κρασί πριν από 30 χρόνια και πλέον τα πουλάνε 40 ευρώ. Εμείς που ξεκινήσαμε τώρα, πρέπει να το δουλέψουμε πολύ ώστε να δώσουμε ένα με 28 ευρώ. Πρέπει να το παρουσιάσουμε όμορφα και βέβαια να είναι ωραίο το κρασί. Σημαντικό είναι να μάθει ο Γερμανός λεπτομέρειες για το ελληνικό κρασί, τις ποικιλίες. Αυτά πρέπει να τα ξέρει ο ίδιος ο γαστρονόμος».

- Θεωρείς τις τιμές των κρασιών ανταγωνιστικές;
«Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ καλές σε σχέση με κρασιά άλλων χωρών. Είμαστε σε πολύ καλό δρόμο γιατί οι παραγωγοί έχουν καταλάβει τι χρειάζεται ο Γερμανός και ο γαστρονόμος».

- Τα ελληνικά προϊόντα είναι ανταγωνιστικά στην αγορά;
«Τα προϊόντα που προέρχονται από την Ελλάδα είναι πολύ ποιοτικά. Αυτό που χρειάζεται βελτίωση είναι η προώθηση, πιο πολύ να τα διαφημίσουμε εμείς οι γαστρονόμοι. Έχουμε φανταστικά τυριά, κρασιά και λάδια, αλλά θέλει υποστήριξη. Οι έμποροι και παραγωγοί θα πρέπει να μας προτείνουν πιο πολλά καινούργια προϊόντα. Στην ελληνική αγορά υπάρχει πληθώρα επιλογών. Μπορούμε να δοκιμάζουμε κι εδώ στην Γερμανία σιγά-σιγά νέα πράγματα σε προσιτές τιμές. Επίσης και οι συσκευασίες που έρχονται πρέπει να είναι μικρότερες, ώστε να είναι πιο φρέσκα».

- Θεωρείς ότι πρέπει ο παραγωγός να βοηθήσει στην ενημέρωση για τα προϊόντα που έχει;
«Αυτό είναι δίκοπο μαχαίρι. Πιο σημαντικό είναι να έρθει ο γαστρονόμος πιο κοντά στο προϊόν το ίδιο. Να το μάθει, να το γνωρίσει».

- Στα ελληνικά εστιατόρια είναι εκπαιδευμένοι οι ιδιοκτήτες, οι μάγειρες, οι σερβιτόροι;
«Κατά 80% όχι. Η γαστρονομία ακούγεται περίπλοκη, αλλά για αυτούς που είναι μέσα στο χώρο είναι απλή. Πρέπει να την αγαπάς, να είσαι ανοικτός σε καινούριες γεύσεις, να έχεις θέληση να μάθεις, να μελετάς και να ενημερώνεσαι. Έτσι, μπορούμε να πάμε προς το καλύτερο. Δεν είναι κάτι το απίστευτα δύσκολο να είσαι καλός γαστρονόμος. Τα στοιχεία που χρειάζεται είναι απλά».

- Υπάρχουν πιάτα που έτρωγες στο οικογενειακό τραπέζι από μικρός και τα σερβίρεις σήμερα στο μαγαζί σου;
«Το ιμάμ της γιαγιάς μου, που το προσφέρουμε και ως vegetarian με πατάτες φούρνου και αρέσει πάρα πολύ στους Γερμανούς. Επίσης, έχουμε το αρνάκι και το κατσικάκι της γάστρας με πατάτες λεμονάτες. Με αυτό μεγάλωσα και είναι ένα πιάτο πολύ απλό και είναι πεντανόστιμο».

- Πως αντιδρά ένας πελάτης όταν του παρουσιάσεις ένα πιάτο που δεν έχει συνηθίσει να τρώει σε ελληνικό εστιατόριο;
«Πρέπει να είσαι και ψυχολόγος. Να ξέρεις τον πελάτη σου και αν είναι ανοικτός στο να δοκιμάσει νέες γεύσεις. Θα το προσφέρεις σε ανθρώπους που θα πουν την αλήθεια. Πρέπει οπωσδήποτε, βέβαια, να αρέσει σε μένα ώστε να το βγάλω».

- Λόγω του φαινομένου της νεομετανάστευσης έχει ζωντανέψει η συζήτηση για την εκμετάλλευση από Ελληνες εστιάτορες. Το έχεις αντιληφθεί και τι πρέπει να αλλάξει;
«Το πρόβλημα προέχεται και από τις δύο πλευρές. Οι πιο πολλοί εργαζόμενοι είναι ανειδίκευτοι. Από την άλλη, ορισμένοι εστιάτορες δεν είναι αρκετά  επαγγελματίες ώστε να ζητούν εξειδικευμένο προσωπικό. Επομένως, πρέπει να αλλάξει πρώτα από τον γαστρονόμο, να επιλέξει επαγγελματίες ώστε να έχει πιο πολλές απαιτήσεις. Κι έτσι ο εργαζόμενος θα καταλάβει πως έχει να κάνει με επαγγελματία. Ετσι, στο τέλος θα κερδίσει η ελληνική γαστρονομία».

- Μετά από δεκαετίες παρουσίας της ελληνικής γαστρονομίας στη Γερμανία, μήπως ήρθε η ώρα οι Ελληνες εστιάτορες να δημιουργήσουν ένα δικό τους συλλογικό όργανο;
«Θα ήταν ένα πάρα πολύ καλό για όλους, ώστε να ενημερωνόμαστε και μαζικά να λύνουμε προβλήματα. Δυστυχώς, σαν λαός δεν τα συνηθίζουμε τέτοια πράγματα. Μας αρέσει να είμαστε μόνοι μας και η εμπειρία μου μού λέει πως είναι δύσκολο».

 

Η Ελληνική Εφημερίδα στην Ευρώπη-

DIE GRIECHISCHE ZEITUNG IN EUROPA

Am Schomm 40, 41199 Mönchengladbach  
Telefon: +49 2166 64 78 733 
E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

Εγγραφή σε Newsletter

Εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε τα νέα του Europolitis.eu
captcha 
×

Το Europolitis.eu χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. OK     Διαβάστε περισσότερα...