Μικρές Αγγελίες - Kleinanzeigen                Επαγγελματικός Οδηγός - Branchenbuch

  

Μια δραστική δίαιτα πολύ χαμηλών θερμίδων μπόρεσε να αναστρέψει τον διαβήτη τύπου 2 σχεδόν στο 90% όσων την ακολούθησαν, ακόμη κι αν είχαν διαγνωσθεί με την πάθηση πριν από έξι χρόνια.


Αυτό έδειξε μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα, αλλά οι επιστήμονες επισήμαναν ότι ο ασθενής πρέπει να χάσει τουλάχιστον 15 κιλά και, επιπλέον, να μη τα ξαναβάλει σε βάθος χρόνου. Από όσους κατάφεραν να χάσουν τουλάχιστον δέκα κιλά, οι μισοί είδαν το διαβήτη τους να «χάνεται» και αυτός.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων του Νιούκαστλ και της Γλασκόβης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet» και παράλληλα παρουσιάσθηκαν στο συνέδριο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Διαβήτη στο Αμπού Ντάμπι, μελέτησαν 306 άτομα ηλικίας 20 έως 65 ςετών, που είχαν διαγνωσθεί με διαβήτη τύπου 2 μέσα στην τελευταία εξαετία. Οι συμμετέχοντες είχαν δείκτη μάζας σώματος 27 έως 45 και κανείς δεν έπαιρνε ινσουλίνη. Οι μισοί από τους ασθενείς, που επιλέχθηκαν τυχαία, υποβλήθηκαν σε δίαιτα πολύ χαμηλών θερμίδων, ενώ οι υπόλοιποι λειτούργησαν ως η ομάδα ελέγχου για να γίνει σύγκριση, κάνοντας τη συνήθη θεραπεία για διαβητικούς.

Οι ασθενείς της πρώτης ομάδας κατανάλωναν 825 έως 853 θερμίδες τη μέρα επί τρεις έως πέντε μήνες και, στη συνέχεια, σε ένα διάστημα δύο έως οκτώ εβδομάδων, αύξησαν σταδιακά ξανά την ποσότητα του φαγητού τους. Μετά από ένα έτος, όσοι είχαν κάνει τη δίαιτα, είχαν χάσει κατά μέσο όρο δέκα κιλά και, από αυτούς, σχεδόν οι μισοί είχαν πλέον εμφανίσει υποχώρηση του διαβήτη, ενώ το ποσοστό ήταν περίπου 90% για όσους είχαν χάσει πάνω από 15 κιλά. Αντίθετα, στην ομάδα ελέγχου το ποσοστό υποχώρησης του διαβήτη ήταν μόνο 4%.

Αναλυτικότερα, υποχώρηση του διαβήτη επιτεύχθηκε στο 7% όσων έχασαν έως πέντε κιλά, στο 34% όσων έχασαν πέντε έως δέκα κιλά, στο 57% όσων έχασαν δέκα έως 15 κιλά και στο 86% όσων έχασαν περισσότερα από 15 κιλά. «Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι, ακόμη κι αν κανείς έχει διαβήτη τύπου 2 για έξι χρόνια, είναι εφικτό η ασθένεια να υποχωρήσει, εφόσον υπάρξει μακρόχρονη απώλεια βάρους μέσω δίαιτας και άσκησης» δήλωσε ο καθηγητής Μάικλ Λιν.

Τα περιστατικά διαβήτη τύπου 2 εμφανίζουν συνεχή αύξηση παγκοσμίως λόγω και της επιδημίας παχυσαρκίας. Ο αριθμός των διαβητικών τετραπλασιάσθηκε μέσα σε 35 χρόνια, από 108 εκατομμύρια το 1980 σε 422 εκατομμύρια το 2014, ενώ αναμένεται να φθάσει τα 642 εκατομμύρια το 2040. Η πάθηση, συνήθως, αντιμετωπίζεται με φάρμακα που μειώνουν το επίπεδο σακχάρου στο αίμα. 

 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μια δραστική δίαιτα πολύ χαμηλών θερμίδων μπόρεσε να αναστρέψει τον διαβήτη τύπου 2 σχεδόν στο 90% όσων την ακολούθησαν, ακόμη κι αν είχαν διαγνωσθεί με την πάθηση πριν από έξι χρόνια.


Αυτό έδειξε μια νέα βρετανική επιστημονική έρευνα, αλλά οι επιστήμονες επισήμαναν ότι ο ασθενής πρέπει να χάσει τουλάχιστον 15 κιλά και, επιπλέον, να μη τα ξαναβάλει σε βάθος χρόνου. Από όσους κατάφεραν να χάσουν τουλάχιστον δέκα κιλά, οι μισοί είδαν το διαβήτη τους να «χάνεται» και αυτός.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων του Νιούκαστλ και της Γλασκόβης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό «The Lancet» και παράλληλα παρουσιάσθηκαν στο συνέδριο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Διαβήτη στο Αμπού Ντάμπι, μελέτησαν 306 άτομα ηλικίας 20 έως 65 ςετών, που είχαν διαγνωσθεί με διαβήτη τύπου 2 μέσα στην τελευταία εξαετία. Οι συμμετέχοντες είχαν δείκτη μάζας σώματος 27 έως 45 και κανείς δεν έπαιρνε ινσουλίνη. Οι μισοί από τους ασθενείς, που επιλέχθηκαν τυχαία, υποβλήθηκαν σε δίαιτα πολύ χαμηλών θερμίδων, ενώ οι υπόλοιποι λειτούργησαν ως η ομάδα ελέγχου για να γίνει σύγκριση, κάνοντας τη συνήθη θεραπεία για διαβητικούς.

Οι ασθενείς της πρώτης ομάδας κατανάλωναν 825 έως 853 θερμίδες τη μέρα επί τρεις έως πέντε μήνες και, στη συνέχεια, σε ένα διάστημα δύο έως οκτώ εβδομάδων, αύξησαν σταδιακά ξανά την ποσότητα του φαγητού τους. Μετά από ένα έτος, όσοι είχαν κάνει τη δίαιτα, είχαν χάσει κατά μέσο όρο δέκα κιλά και, από αυτούς, σχεδόν οι μισοί είχαν πλέον εμφανίσει υποχώρηση του διαβήτη, ενώ το ποσοστό ήταν περίπου 90% για όσους είχαν χάσει πάνω από 15 κιλά. Αντίθετα, στην ομάδα ελέγχου το ποσοστό υποχώρησης του διαβήτη ήταν μόνο 4%.

Αναλυτικότερα, υποχώρηση του διαβήτη επιτεύχθηκε στο 7% όσων έχασαν έως πέντε κιλά, στο 34% όσων έχασαν πέντε έως δέκα κιλά, στο 57% όσων έχασαν δέκα έως 15 κιλά και στο 86% όσων έχασαν περισσότερα από 15 κιλά. «Τα ευρήματά μας δείχνουν ότι, ακόμη κι αν κανείς έχει διαβήτη τύπου 2 για έξι χρόνια, είναι εφικτό η ασθένεια να υποχωρήσει, εφόσον υπάρξει μακρόχρονη απώλεια βάρους μέσω δίαιτας και άσκησης» δήλωσε ο καθηγητής Μάικλ Λιν.

Τα περιστατικά διαβήτη τύπου 2 εμφανίζουν συνεχή αύξηση παγκοσμίως λόγω και της επιδημίας παχυσαρκίας. Ο αριθμός των διαβητικών τετραπλασιάσθηκε μέσα σε 35 χρόνια, από 108 εκατομμύρια το 1980 σε 422 εκατομμύρια το 2014, ενώ αναμένεται να φθάσει τα 642 εκατομμύρια το 2040. Η πάθηση, συνήθως, αντιμετωπίζεται με φάρμακα που μειώνουν το επίπεδο σακχάρου στο αίμα. 

 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο διαβήτης και το πάχος είναι η αιτία για το 5,9% των νέων περιστατικών καρκίνου στον κόσμο (σχεδόν 800.000 περιστατικά), σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη με ελληνική σμυμετοχή.


Είναι η πρώτη φορά που γίνεται μια τόσο συγκεκριμένη εκτίμηση σε παγκόσμιο επίπεδο για το πόσοι καρκίνοι μπορούν να αποδοθούν στο διαβήτη και στην παχυσαρκία. Συγκεκριμένα, το 3,9% όλων των νέων καρκίνων (περίπου 544.300 περιστατικά ετησίως) σχετίζονται με τον υψηλότερο του κανονικού δείκτη μάζας σώματος (άνω του 25), ενώ το 2% των καρκίνων (280.100 περιστατικά) σχετίζονται με το διαβήτη.

Οι καρκίνοι που προκαλούνται κάθε χρόνο από τον διαβήτη και την παχυσαρκία διεθνώς, είναι σχεδόν διπλάσιοι στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες (περίπου 497.000 έναντι 296.000). Οι ερευνητές,, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό "Lancet Diabetes and Endocrinology Journal", ανέλυσαν στοιχεία για 12 είδη καρκίνου σε 175 χώρες.

Μεταξύ των ερευνητών ήταν ο ελληνικής καταγωγής Βασίλης Κόντης του Τμήματος Επιδημιολογίας και Βιοστατιστικής της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Imperial College του Λονδίνου. Εκτιμάται ότι 422 εκατομμύρια ενήλικοι έχουν διαβήτη και 2,01 δισεκατομμύρια είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Τόσο τα παραπανίσια κιλά όσο και ο διαβήτης θεωρούνται παράγοντες κινδύνου για διάφορες μορφές καρκίνου.

Καθώς η παχυσαρκία και ο διαβήτης εξαπλώνονται συνεχώς, οι επιστήμονες αναμένουν ότι θα αυξηθεί το ποσοστό των καρκίνων παγκοσμίως που θα σχετίζονται με αυτές τις δύο αιτίες. Η αύξηση έως το 2025 εκτιμάται ότι θα είναι πάνω από 30% στις γυναίκες και 20% στους άνδρες.

Η νέα μελέτη δείχνει ότι οι περισσότερες περιπτώσεις καρκίνων σχετικών με το πάχος και το διαβήτη, συμβαίνουν στις ανεπτυγμένες δυτικές χώρες (το 38,2%) και στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας (το 24,1%).

Παγκοσμίως, δύο καρκίνοι, του ήπατος και του μαστού, είναι αυτοί με το μεγαλύτερο αναλογικά αριθμό νέων περιστατικών που συνδέονται με το διαβήτη και την παχυσαρκία. Αναλυτικότερα, στους άνδρες οι δύο συχνότεροι σχετιζόμενοι καρκίνοι είναι του ήπατος (43%) και του παχέος εντέρου (21,5%), ενώ στις γυναίκες είναι του μαστού (30%) και του ενδομητρίου (24,5%). 

 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο διαβήτης και το πάχος είναι η αιτία για το 5,9% των νέων περιστατικών καρκίνου στον κόσμο (σχεδόν 800.000 περιστατικά), σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη με ελληνική σμυμετοχή.


Είναι η πρώτη φορά που γίνεται μια τόσο συγκεκριμένη εκτίμηση σε παγκόσμιο επίπεδο για το πόσοι καρκίνοι μπορούν να αποδοθούν στο διαβήτη και στην παχυσαρκία. Συγκεκριμένα, το 3,9% όλων των νέων καρκίνων (περίπου 544.300 περιστατικά ετησίως) σχετίζονται με τον υψηλότερο του κανονικού δείκτη μάζας σώματος (άνω του 25), ενώ το 2% των καρκίνων (280.100 περιστατικά) σχετίζονται με το διαβήτη.

Οι καρκίνοι που προκαλούνται κάθε χρόνο από τον διαβήτη και την παχυσαρκία διεθνώς, είναι σχεδόν διπλάσιοι στις γυναίκες από ό,τι στους άνδρες (περίπου 497.000 έναντι 296.000). Οι ερευνητές,, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό "Lancet Diabetes and Endocrinology Journal", ανέλυσαν στοιχεία για 12 είδη καρκίνου σε 175 χώρες.

Μεταξύ των ερευνητών ήταν ο ελληνικής καταγωγής Βασίλης Κόντης του Τμήματος Επιδημιολογίας και Βιοστατιστικής της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Imperial College του Λονδίνου. Εκτιμάται ότι 422 εκατομμύρια ενήλικοι έχουν διαβήτη και 2,01 δισεκατομμύρια είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι. Τόσο τα παραπανίσια κιλά όσο και ο διαβήτης θεωρούνται παράγοντες κινδύνου για διάφορες μορφές καρκίνου.

Καθώς η παχυσαρκία και ο διαβήτης εξαπλώνονται συνεχώς, οι επιστήμονες αναμένουν ότι θα αυξηθεί το ποσοστό των καρκίνων παγκοσμίως που θα σχετίζονται με αυτές τις δύο αιτίες. Η αύξηση έως το 2025 εκτιμάται ότι θα είναι πάνω από 30% στις γυναίκες και 20% στους άνδρες.

Η νέα μελέτη δείχνει ότι οι περισσότερες περιπτώσεις καρκίνων σχετικών με το πάχος και το διαβήτη, συμβαίνουν στις ανεπτυγμένες δυτικές χώρες (το 38,2%) και στις χώρες της νοτιοανατολικής Ασίας (το 24,1%).

Παγκοσμίως, δύο καρκίνοι, του ήπατος και του μαστού, είναι αυτοί με το μεγαλύτερο αναλογικά αριθμό νέων περιστατικών που συνδέονται με το διαβήτη και την παχυσαρκία. Αναλυτικότερα, στους άνδρες οι δύο συχνότεροι σχετιζόμενοι καρκίνοι είναι του ήπατος (43%) και του παχέος εντέρου (21,5%), ενώ στις γυναίκες είναι του μαστού (30%) και του ενδομητρίου (24,5%). 

 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Οι γυναίκες με διαβήτη που πίνουν συχνά καφέ ή τσάι με καφεΐνη, έχουν αυξημένη πιθανότητα να ζήσουν περισσότερο, σε σχέση με όσες δεν κάνουν καθόλου κατανάλωση καφεΐνης, σύμφωνα με μια νέα πορτογαλική επιστημονική έρευνα.


Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει τα οφέλη του καφέ στο γενικό πληθυσμό, αλλά η νέα έρευνα εστιάζει στους διαβητικούς. Όσο μεγαλύτερη είναι η κατανάλωση καφεΐνης, τόσο μικρότερος είναι ο κίνδυνος πρόωρου θανάτου για μια διαβητική γυναίκα. Για άγνωστο λόγο, η μελέτη δεν διαπίστωσε ανάλογη συσχέτιση στην περίπτωση των ανδρών διαβητικών.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Νταβίντ Καρβάλιο και τον δρα Ζοάο Σέρζιο Νέβες του Πανεπιστημίου του Πόρτο, ανέλυσαν στοιχεία για πάνω από 3.000 άτομα με διαβήτη.

Οι επιστήμονες κατέγραψαν την κατανάλωση καφεΐνης από κάθε συμμετέχοντα και τη συσχέτισαν με τη θνησιμότητα. Σε χρονικό διάστημα 11 ετών πέθαναν 618 άνθρωποι.

Διαπιστώθηκε ότι οι γυναίκες με διαβήτη που κατανάλωναν έως 100 μιλιγκράμ καφεΐνης (ένα καφέ περίπου) τη μέρα, είχαν κατά μέσο όρο 51% μικρότερη πιθανότητα να πεθάνουν πρόωρα, σε σχέση με όσες δεν έπιναν καθόλου καφέ ή τσάι.

Όσες κατανάλωναν 100 έως 200 μιλιγκράμ καφεΐνης καθημερινά, είχαν 57% μικρότερο κίνδυνο πρόωρου θανάτου, ενώ για ημερήσια κατανάλωση άνω των 200 μιλιγκράμ καφεΐνης (περίπου δύο καφέδες), ο κίνδυνος ήταν μειωμένος κατά 66%.

Οι γυναίκες που έπιναν καφέ, είχαν κυρίως μειωμένο κίνδυνο πρόωρου θσνάτου από καρδιαγγειακά αίτια, ενώ όσες έπιναν κυρίως τσάι, είχαν μειωμένο κίνδυνο καρκίνου.

Πάνω από το 80% του παγκόσμιου ενηλίκου πληθυσμού καταναλώνουν καφεΐνη καθημερινά. Η ημερήσια κατανάλωση καφέ υπολογίζεται σε 100 έως 300 μιλιγκράμ, ανάλογα με την ηλικία και τη χώρα.

Π.Δ

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η Ελληνική Εφημερίδα στην Ευρώπη-

DIE GRIECHISCHE ZEITUNG IN EUROPA

Am Schomm 40, 41199 Mönchengladbach  
Telefon: +49 2166 64 78 733 
E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

Εγγραφή σε Newsletter

Εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε τα νέα του Europolitis.eu
captcha 
×

Το Europolitis.eu χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. OK     Διαβάστε περισσότερα...