Οι ομογενείς δικαιούνται να ψηφίζουν. Οι πολιτικοί υποχρεούνται να σκέφτονται.


 

Η πρώτη μου επαφή με ομογενείς του εξωτερικού ήταν περίπου πριν πέντε χρόνια στο Düsseldorf της Γερμανίας στο πλαίσιο ενός επαγγελματικού ταξιδιού στη Βόρεια Ρηνανία. Η Ελληνική κοινότητα στην περιοχή εκτός από  πολυάριθμη, αποτελεί σημαντικό πνευματικό και αναπτυξιακό παράγοντα. Στον ελεύθερο χρόνο μου επισκέφθηκα την ενορία του Αγίου Ανδρέα που είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον Πανοσιολογιότατο Θεοφάνη Λάππα αλλά και μέλη της Ελληνικής κοινότητας. Μία μέρα αργότερα η επαφή μου με μαθητές του δίγλωσσου σχολείου της πόλης με βοήθησαν να καταλήξω  στο συμπέρασμα που από καιρό έτεινα να καταλήξω. Ότι δηλαδή οι ομογενείς του εξωτερικού δεν είναι οι ‘βολεμένοι πατριώτες’ που ετράπησαν σε φυγή μακριά από την δύσκολη καθημερινότητα της πατρίδας μας. Αντ’ αυτού, αποτελούν συμπατριώτες μας με εντολή πατριωτική συνείδηση, που επιλέγουν να μιλούν την Ελληνική γλώσσα πλην του εργασιακού τους ωραρίου, τηρούν με ευλάβεια τα ήθη και έθιμα της χώρας μας, παρακολουθούν  καθημερινά ειδήσεις Ελληνικών τηλεοπτικών σταθμών, ενημερώνονται από Ελληνικές ιστοσελίδες για τις εγχώριες εξελίξεις και για να μην μακρηγορώ, η καθημερινότητα τους δεν διαφέρει σχεδόν σε τίποτα από  την δική μας που μένουμε στην Ελλάδα. Η γνώση τους για τα θέματα που αφορούν την Ελλάδα είναι βαθιά και οι προτάσεις τους για την άσκηση πολιτικής είναι σύγχρονες και ριζοσπαστικές. Στο ερώτημα μου εάν θα επέστρεφαν στην πατρίδα, αφοπλιστικά απαντούν ότι θα το έκαναν με πρώτιστη προϋπόθεση μία αξιοπρεπή εργασία και δευτερευόντως την εφαρμογή σειράς μεταρρυθμίσεων που και εμείς οι ίδιοι θέλουμε με σκοπό την βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη. Προσέξτε, δεν μου αναφέρθηκαν σε μισθούς και οικονομικά μεγέθη διαβίωσης. Γιατί μη ξεχνάμε ότι οι μισθοί που λαμβάνουν στην αλλοδαπή είναι μεν διπλάσιοι και τριπλάσιοι, αλλά και το κόστος διαβίωσης είναι εξίσου πολλαπλάσιο.

Οι ομογενείς και όσοι μετανάστευσαν καταμεσής της κρίσης είναι Έλληνες γιατί αισθάνονται Έλληνες. Η αγάπη τους για την μητέρα πατρίδα είναι κάτι παραπάνω από συγκινητική. Προσωπικά δεν θυμάμαι το εαυτό μου ποτέ να δακρύζει  μιλώντας για την πατρίδα μου. Αυτό είναι αρκετό εύχομαι για όλους αυτούς που κρίνουν την επιλογή της μετανάστευσης σαν αντιπατριωτική κίνηση.  

Η πρόταση νόμου της ΝΔ για το θέμα της ψήφου των ομογενών αλλά και αυτών που έφυγαν καταμεσής της κρίσης για χώρα του εξωτερικού, αρκεί να είναι εγγεγραμμένοι στα δημοτολόγια της χώρας μας,  είναι ξεκάθαρη. Τόσο ξεκάθαρη που ο σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος ως υπουργός της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή τότε, προσπάθησε να ψηφιστεί σαν νόμος του κράτους. Δεν τα κατάφερε γιατί δεν επετεύχθη η απαραίτητη συναίνεση της τότε αντιπολίτευσης. Σήμερα, δεκαοκτώ ολόκληρους μήνες παραμένει στο συρτάρι του προέδρου της βουλής το νομοθετικό πλαίσιο για την ψήφο των ομογενών μετά από σχετική πρόταση που κατέθεσε εκ νέου το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με πρόεδρο αυτή την φορά τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Όπως ο ίδιος δήλωσε χαρακτηριστικά,  «Σήμερα περισσότερο από ποτέ, επιβάλλεται να δώσουμε αυτό το δικαίωμα, όχι μόνο στους ομογενείς οι οποίοι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα εδώ και δεκαετίες αλλά και στους νέους ανθρώπους οι οποίοι κατά εκατοντάδες χιλιάδες, έφυγαν από τη χώρα μας τα χρόνια της κρίσης. Το αυτονόητο αυτό δικαίωμα πρέπει επιτέλους να κατοχυρωθεί νομοθετικά, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία γιατί η πρόταση νόμου δεν έρχεται προς συζήτηση στη Βουλή. Και ελπίζω μετά το πρόσφατο ταξίδι του κ. Τσίπρα στις Ηνωμένες Πολιτείες θα έχει και ο ίδιος αντιληφθεί πόσο σημαντικό θα είναι να χορηγήσουμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους Έλληνες οι οποίοι κατοικούν εκτός Ελλάδος».

Ας ευχηθούμε αυτή την φορά να επικρατήσει η λογική και το σύνολο του πολιτικού κόσμου να σταθεί το ύψος των περιστάσεων. Το δίκαιο αίτημα 500.000 μεταναστών κατά την τελευταία εξαετία, που συνοδεύει το από πολλά χρόνια πίσω ίδιο αίτημα των πολλών ομογενών, δεν μπορεί να περνάει σύριζα από τα αυτιά μερίδας πολιτικών. Τον ίδιων πολιτικών που κατά σύμπτωση αναγνωρίζουν το δικαίωμα σε δεκαπέντε χρονών παιδιά να αυτοπροσδιορίζουν την ταυτότητα φύλλου και προτίθενται να δώσουν δικαίωμα ψήφου σε δεκαεπτά χρονών εφήβους.   

 

Γράφει ο

Κωνσταντίνος Εμ. Χαλιορής

Οικονομολόγος, M.Sc - Επιχειρηματίας

Πολιτευτής Νέας Δημοκρατίας Νομού Φωκίδας

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

Οι ομογενείς δικαιούνται να ψηφίζουν. Οι πολιτικοί υποχρεούνται να σκέφτονται.


 

Η πρώτη μου επαφή με ομογενείς του εξωτερικού ήταν περίπου πριν πέντε χρόνια στο Düsseldorf της Γερμανίας στο πλαίσιο ενός επαγγελματικού ταξιδιού στη Βόρεια Ρηνανία. Η Ελληνική κοινότητα στην περιοχή εκτός από  πολυάριθμη, αποτελεί σημαντικό πνευματικό και αναπτυξιακό παράγοντα. Στον ελεύθερο χρόνο μου επισκέφθηκα την ενορία του Αγίου Ανδρέα που είχα την ευκαιρία να συνομιλήσω με τον Πανοσιολογιότατο Θεοφάνη Λάππα αλλά και μέλη της Ελληνικής κοινότητας. Μία μέρα αργότερα η επαφή μου με μαθητές του δίγλωσσου σχολείου της πόλης με βοήθησαν να καταλήξω  στο συμπέρασμα που από καιρό έτεινα να καταλήξω. Ότι δηλαδή οι ομογενείς του εξωτερικού δεν είναι οι ‘βολεμένοι πατριώτες’ που ετράπησαν σε φυγή μακριά από την δύσκολη καθημερινότητα της πατρίδας μας. Αντ’ αυτού, αποτελούν συμπατριώτες μας με εντολή πατριωτική συνείδηση, που επιλέγουν να μιλούν την Ελληνική γλώσσα πλην του εργασιακού τους ωραρίου, τηρούν με ευλάβεια τα ήθη και έθιμα της χώρας μας, παρακολουθούν  καθημερινά ειδήσεις Ελληνικών τηλεοπτικών σταθμών, ενημερώνονται από Ελληνικές ιστοσελίδες για τις εγχώριες εξελίξεις και για να μην μακρηγορώ, η καθημερινότητα τους δεν διαφέρει σχεδόν σε τίποτα από  την δική μας που μένουμε στην Ελλάδα. Η γνώση τους για τα θέματα που αφορούν την Ελλάδα είναι βαθιά και οι προτάσεις τους για την άσκηση πολιτικής είναι σύγχρονες και ριζοσπαστικές. Στο ερώτημα μου εάν θα επέστρεφαν στην πατρίδα, αφοπλιστικά απαντούν ότι θα το έκαναν με πρώτιστη προϋπόθεση μία αξιοπρεπή εργασία και δευτερευόντως την εφαρμογή σειράς μεταρρυθμίσεων που και εμείς οι ίδιοι θέλουμε με σκοπό την βελτίωση της καθημερινότητας του πολίτη. Προσέξτε, δεν μου αναφέρθηκαν σε μισθούς και οικονομικά μεγέθη διαβίωσης. Γιατί μη ξεχνάμε ότι οι μισθοί που λαμβάνουν στην αλλοδαπή είναι μεν διπλάσιοι και τριπλάσιοι, αλλά και το κόστος διαβίωσης είναι εξίσου πολλαπλάσιο.

Οι ομογενείς και όσοι μετανάστευσαν καταμεσής της κρίσης είναι Έλληνες γιατί αισθάνονται Έλληνες. Η αγάπη τους για την μητέρα πατρίδα είναι κάτι παραπάνω από συγκινητική. Προσωπικά δεν θυμάμαι το εαυτό μου ποτέ να δακρύζει  μιλώντας για την πατρίδα μου. Αυτό είναι αρκετό εύχομαι για όλους αυτούς που κρίνουν την επιλογή της μετανάστευσης σαν αντιπατριωτική κίνηση.  

Η πρόταση νόμου της ΝΔ για το θέμα της ψήφου των ομογενών αλλά και αυτών που έφυγαν καταμεσής της κρίσης για χώρα του εξωτερικού, αρκεί να είναι εγγεγραμμένοι στα δημοτολόγια της χώρας μας,  είναι ξεκάθαρη. Τόσο ξεκάθαρη που ο σημερινός πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος ως υπουργός της κυβέρνησης Κώστα Καραμανλή τότε, προσπάθησε να ψηφιστεί σαν νόμος του κράτους. Δεν τα κατάφερε γιατί δεν επετεύχθη η απαραίτητη συναίνεση της τότε αντιπολίτευσης. Σήμερα, δεκαοκτώ ολόκληρους μήνες παραμένει στο συρτάρι του προέδρου της βουλής το νομοθετικό πλαίσιο για την ψήφο των ομογενών μετά από σχετική πρόταση που κατέθεσε εκ νέου το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με πρόεδρο αυτή την φορά τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Όπως ο ίδιος δήλωσε χαρακτηριστικά,  «Σήμερα περισσότερο από ποτέ, επιβάλλεται να δώσουμε αυτό το δικαίωμα, όχι μόνο στους ομογενείς οι οποίοι έχουν εγκαταλείψει τη χώρα εδώ και δεκαετίες αλλά και στους νέους ανθρώπους οι οποίοι κατά εκατοντάδες χιλιάδες, έφυγαν από τη χώρα μας τα χρόνια της κρίσης. Το αυτονόητο αυτό δικαίωμα πρέπει επιτέλους να κατοχυρωθεί νομοθετικά, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία γιατί η πρόταση νόμου δεν έρχεται προς συζήτηση στη Βουλή. Και ελπίζω μετά το πρόσφατο ταξίδι του κ. Τσίπρα στις Ηνωμένες Πολιτείες θα έχει και ο ίδιος αντιληφθεί πόσο σημαντικό θα είναι να χορηγήσουμε αυτό το δικαίωμα σε όλους τους Έλληνες οι οποίοι κατοικούν εκτός Ελλάδος».

Ας ευχηθούμε αυτή την φορά να επικρατήσει η λογική και το σύνολο του πολιτικού κόσμου να σταθεί το ύψος των περιστάσεων. Το δίκαιο αίτημα 500.000 μεταναστών κατά την τελευταία εξαετία, που συνοδεύει το από πολλά χρόνια πίσω ίδιο αίτημα των πολλών ομογενών, δεν μπορεί να περνάει σύριζα από τα αυτιά μερίδας πολιτικών. Τον ίδιων πολιτικών που κατά σύμπτωση αναγνωρίζουν το δικαίωμα σε δεκαπέντε χρονών παιδιά να αυτοπροσδιορίζουν την ταυτότητα φύλλου και προτίθενται να δώσουν δικαίωμα ψήφου σε δεκαεπτά χρονών εφήβους.

  

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ ΣΤΗΝ ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Γράφει ο

Κωνσταντίνος Εμ. Χαλιορής

Οικονομολόγος, M.Sc - Επιχειρηματίας

Πολιτευτής Νέας Δημοκρατίας Νομού Φωκίδας

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

 

ΘΕΣΕΙΣ-ΣΚΕΨΕΙΣ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Οι Ελληνες γαστρονόμοι μιλάνε με λόγια ψυχής για το χθες, το σήμερα και το αύριο της ελληνικής γαστρονομίας στην Γερμανία. Απλές κουβέντες βγαλμένες από την εμπειρία  και το μεράκι για αυτό που κάνουν.

 

αριστερά ο Παντελής Σφέτκος με τον μικρό του αδελφό Πρόδρομο (Μάκη) Σφέτκο

 

αριστερά ο Παντελής Σφέτκος με τον μικρό του αδελφό Πρόδρομο (Μάκη) Σφέτκο[/caption]

 

Εχοντας μεγαλώσει μέσα στην κουζίνα της μαμάς και με τον μπαμπά να είναι γνώστης τους κρασιού ο Πρόδρομος και ο Παντελής Σφέτκος δε θα μπορούσαν να μην είναι λάτρεις του φαγητού και του οίνου. Αυτές τις απολαύσεις τους αρέσει να τις μοιράζονται με τον κόσμο.

Τα δύο αδέλφια με καταγωγή από τη Δράμα διευθύνουν από το 2000 την Αργώ που άνοιξε το 1992, μια ταβέρνα στο Εσλινγκεν αμ Νέκαρ που θυμίζει Ελλάδα, με υπέροχες γεύσεις αλλά και εκλεκτά κρασιά.

Ο Πρόδρομος Σφέτκος, πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανολογικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεων οικίας, άφησε το επάγγελμά του και ασχολείται με μεγάλη επιτυχία στην οικογενειακή επιχείρηση. Με πολύ αγάπη και σεβασμό στην δουλειά αυτή μας μιλά για τις εμπειρίες και τη φιλοσοφία του αλλά και για το κρασί που τόσο αγαπά ο ίδιος και θέλει να μυήσει τους πελάτες του στα μυστικά του.
- Τι είναι αυτό που σας κέρδισε  στη γαστρονομία;

«Αυτό που με κέρδισε είναι η επαφή με τον άνθρωπο. Οσο δούλευα ως ηλεκτρολόγος αυτό μου έλειπε. Επειδή μεγάλωσα σ’αυτό τον κλάδο, κατάλαβα πως μου έλειπε αυτό το στοιχείο και γύρισα πίσω στη γαστρονομία. Το κατάλαβα και πέρυσι, όταν αναγκάστηκα να μη δουλέψω λόγω ενός ατυχήματος. Μου έλειψε να είμαι δίπλα στον πελάτη, να κάνω τις πλάκες μου, να μιλάω μαζί τους».
- Τι είναι αυτό που σας έδωσε ώθηση στη  γαστρονομία, ποια είναι η φιλοσοφία;
«Το καλό γούστο ξεκίνησε από το σπίτι. Η μαμά μαγείρευε καταπληκτικά, ήταν η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου και αυτό μας έμεινε. Μάθαμε βλέποντας τι είναι η πρώτη ύλη. Από μικρά μας έδινε πρωτοβουλίες να τη βοηθάμε και στο πέρασμα των ετών γίναμε γνώστες.
Αν μπεις σε έναν δρόμο και μάθεις τι είναι το καλό δεν μπορείς να ξεφύγεις και δεν μπορείς να πουλήσεις κάτι άλλο στην πελάτη. Η πρώτη ύλη είναι το βασικό. Αν πάρεις Α θα δώσεις Α, αν πάρεις Β΄ διαλογής θα είναι Β΄ διαλογής και το πιάτο. Κερδίζουμε το μάτι αλλά και τον ουρανίσκο. Και μου λένε πελάτες πως έχουν δοκιμάσει και αλλού το ίδιο πιάτο αλλά η γεύση μας είναι διαφορετική. Έχει να κάνει με την πρώτη ύλη και δεν κοιτάζω την τιμή της. Πρώτα είναι η ποιότητα. Ο πελάτης το καταλαβαίνει».

- Μίλησέ μας για την εικόνα του μαγαζιού,  το πάντρεμα της μεσογειακή αύρας με το ξύλο αλλά και με την παράδοση.
«Είναι μνήμες από τα παιδικά χρόνια. Τη δεκαετία του ’70 όταν κατεβαίναμε στην Ελλάδα τα μαγαζιά δεν ήταν τόσο μοντέρνα όσο σήμερα. Ηταν απλά, ο μαγαζάτορας έκανε το λογαριασμό πάνω στο τραπεζομάντηλο και αυτό ελληνικό παραδοσιακό μάς έχει μείνει. Αυτό ήταν για εμάς Ελλάδα. Αυτό το κομμάτι το μεταφέραμε στη Γερμανία, το απλό ελληνικό, ένα περιβάλλον Ελλάδας. Το ακούμε πολλές φορές και ειδικά στη βεράντα μας με τη ζωντανή μουσική που μεταφέρουν το ελληνικό αίσθημα».
- Στο κρασί δείχνετε μεγάλη αγάπη και  σεβασμό. Πείτε μας τη φιλοσοφία και τη  σχέση σας με το κρασί.
«Κι αυτό ξεκινά όταν από πολύ μικρό παιδί ο πατέρας μας έπινε κρασί, είτε ελληνικό είτε γερμανικό. Στην εφηβεία όταν βγαίναμε με την παρέα μου έξω έπαιρνα κρασί ενώ οι φίλοι μου μπύρα. Η αγάπη έχει γιγαντωθεί μέσα μου και με ενδιαφέρουν όλα τα κρασιά του κόσμου, όχι μόνο τα ελληνικά. Δοκιμάζω κρασιά κι έτσι μπορώ να τα συγκρίνω με τα ελληνικά και με πεισμώνει αυτό. Αφού μπορούν οι άλλοι μπορούμε κι εμείς».

 

 

- Πως επιλέγετε να είναι η επαφή σας με τα κτήματα; Ποια είναι η μελέτη σας;
«Πηγαίνοντας τα καλοκαίρια στην Ελλάδα δεν ήθελα να πηγαίνω μόνο στις παραλίες, είχα μέσα μου μια ανησυχία και ήθελα να κάνω πιο ουσιαστικά πράγματα. Ετσι, αρχίσαμε να επισκεπτόμαστε κτήματα. Στο πρώτο που πήγαμε αναπτύξαμε μια καλή σχέση πήραμε από εκεί κρασιά όπως και από άλλα. Παίρναμε μεγάλες ποσότητες και αντιλήφθηκαν και αυτοί πως είμαστε σοβαροί επαγγελματίες. Με τα χρόνια έγιναν φιλίες, αναπτύξαμε πολλές επαφές και εμπειρίες.
Υπάρχουν και οι εκθέσεις όπου εκεί μπορούμε να μάθουμε πολλά. Η οινογνωσία σε ένα κτήμα είναι κάτι απλό. Πρέπει οι Ελληνες εστιάτορες της Γερμανίας να κάνουν το πρώτο βήμα και τα κτήματα δε λένε όχι».

 

- Είναι μύθος ή πραγματικότητα πως αν πουλάω λιγότερο ποιοτικό κρασί κερδίζω περισσότερο και επομένως με αυτή τη φιλοσοφία πολλοί συνάδελφοί σας δε δίνουν την απαραίτητη βάση στο θέμα;
«Ζούμε σε μια εποχή που υπάρχουν δύο κλάδοι, από τη μία το φτηνιάρικο και πολύ και από την άλλη το ποιοτικό και λίγο. Ο καθένας επιλέγει τον τομέα που θα υπηρετήσει. Βέβαια, κανένας δε θα πει πως έχει φτηνιάρικο μαγαζί. Πουλώντας ποιοτικό και στην ανάλογη τιμή είναι ο πιο σωστός δρόμος και ο δρόμος του μέλλοντος. Η τηλεόραση είναι γεμάτη με εκπομπές μαγειρικής όπου προτείνουν κρασιά, και υλικά εξαιρετικής ποιότητας. Κι αυτά που βλέπει ο κόσμος στην τηλεόραση τα περνά και στη ζωή του».

- Πως παρουσιάζετε ένα  κρασί στον πελάτη σας;

«Κάθε κρασί έχει και μια ιστορία, γιατί κάθε κρασί είναι και μια ιστορία ένα παραμύθι. Όταν ένας πελάτης θέλει κρασί έχουμε ένα χρονικό διάστημα για να το περιγράψουμε. Αναφέρουμε την ποικιλία του, τον τόπο απ’όπου προέχεται, περιγράφουμε την ετικέτα, το χρώμα, τα αρώματα. Και με αυτά δίνεται ο χρόνος και για το φαγητό που δεν έχει έρθει ακόμη στο τραπέζι. Είναι σα να είσαι πολιτικός και να μιλάς μπροστά σε κόσμο, έτσι νιώθω. Οσα περιγράφεις περνούν και στον πελάτη. Την επόμενη φορά θα ζητήσει και πάλι το ίδιο κρασί, γιατί του έχει μείνει αυτή η ιεροτελεστία. Η γαστρονομία έχει να κάνει με την επικοινωνία, δεν έχει να κάνει με μηχανές».
- Από τους Ελληνες οινοποιούς τι θα  ζητάγατε; Τι είναι αυτό που θα έπρεπε να ενισχύσουν ή να αλλάξουν;

«Οι οινοποιοί κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Το πρόβλημα είναι ο εστιάτορας της Γερμανίας, αυτός πρέπει να κάνει το βήμα προς τα εκεί. Εχουν γίνει σεμινάρια από οινοποιούς σε Στουτγκάρδη και Ντίσελντορφ και τα παρακολούθησαν 8 και 14 άτομα αντίστοιχα. Πολύ μικρός αριθμός. Μήπως χρειαζόμαστε άλλο μάρκετινγκ, άλλο σκεπτικό;».
- Οινοπαρουσιάσεις μέσα στην επιχείρηση  θα ήταν ένα θέμα που θα βοηθούσε τον εστιάτορα για να εκπαιδεύσει και τον πελάτη;

«Αυτό γίνεται τακτικά από τα οινοποιεία και το θέλουν. Υπάρχουν ανοικτές πόρτες, σήμερα αν πάρεις σε κάποιο κτήμα την επόμενη μέρα θα υπάρχει άνθρωπος εδώ για να παρουσιάσει το κρασί».
- Θα βοηθούσε την ελληνική γαστρονομία στη Γερμανία να συνεργαστεί;
Να γίνει ένας φορέας;

«Στη γαστρονομία στη Γερμανία έχουμε ένα μεγάλο πρόβλημα με το προσωπικό, που δεν υπάρχει εξειδίκευση. Είναι το μεγάλο πρόβλημα για το μέλλον. Από χρόνο σε χρόνο γίνεται χειρότερο. Εχουμε ορισμένες ιδέες αλλά το προσωπικό αλλάζει γρήγορα ή δεν υπάρχει το ενδιαφέρον για τον κλάδο. Με απασχολεί πολύ και με το προσωπικό κάνουμε οινογνωσίες ώστε να μάθουν το κρασί, από το άνοιγμα ως το σερβίρισμα. Δεν μπορώ να περιμένω από κάποιον που θα έρθει εδώ να τα ξέρει, είμαι υποχρεωμένος να του τα δείξω.

Σίγουρα όσες πιο πολλές σκέψεις και προτάσεις έχουμε θα βοηθά και περισσότερο. Όπως στις εταιρίες κάνουν συσκέψεις, έτσι πρέπει να γίνει και στον τομέα μας. Εγώ δεν το βλέπω ανταγωνιστικά, αλλά πώς θα ανεβάσουμε την ελληνική γαστρονομία που έχει πέσει πάρα πολύ σε σχέση με άλλες κουζίνες».

Βασίλης Βούλγαρης

ΘΕΣΕΙΣ-ΣΚΕΨΕΙΣ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Οι Ελληνες γαστρονόμοι μιλάνε με λόγια ψυχής για το χθες, το σήμερα και το αύριο της ελληνικής γαστρονομίας στην Γερμανία. Απλές κουβέντες βγαλμένες από την εμπειρία  και το μεράκι για αυτό που κάνουν.

 

αριστερά ο Παντελής Σφέτκος με τον μικρό του αδελφό Πρόδρομο (Μάκη) Σφέτκο

 

αριστερά ο Παντελής Σφέτκος με τον μικρό του αδελφό Πρόδρομο (Μάκη) Σφέτκο[/caption]

 

Εχοντας μεγαλώσει μέσα στην κουζίνα της μαμάς και με τον μπαμπά να είναι γνώστης τους κρασιού ο Πρόδρομος και ο Παντελής Σφέτκος δε θα μπορούσαν να μην είναι λάτρεις του φαγητού και του οίνου. Αυτές τις απολαύσεις τους αρέσει να τις μοιράζονται με τον κόσμο.

Τα δύο αδέλφια με καταγωγή από τη Δράμα διευθύνουν από το 2000 την Αργώ που άνοιξε το 1992, μια ταβέρνα στο Εσλινγκεν αμ Νέκαρ που θυμίζει Ελλάδα, με υπέροχες γεύσεις αλλά και εκλεκτά κρασιά.

Ο Πρόδρομος Σφέτκος, πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανολογικών εγκαταστάσεων και εγκαταστάσεων οικίας, άφησε το επάγγελμά του και ασχολείται με μεγάλη επιτυχία στην οικογενειακή επιχείρηση. Με πολύ αγάπη και σεβασμό στην δουλειά αυτή μας μιλά για τις εμπειρίες και τη φιλοσοφία του αλλά και για το κρασί που τόσο αγαπά ο ίδιος και θέλει να μυήσει τους πελάτες του στα μυστικά του.
- Τι είναι αυτό που σας κέρδισε  στη γαστρονομία;

«Αυτό που με κέρδισε είναι η επαφή με τον άνθρωπο. Οσο δούλευα ως ηλεκτρολόγος αυτό μου έλειπε. Επειδή μεγάλωσα σ’αυτό τον κλάδο, κατάλαβα πως μου έλειπε αυτό το στοιχείο και γύρισα πίσω στη γαστρονομία. Το κατάλαβα και πέρυσι, όταν αναγκάστηκα να μη δουλέψω λόγω ενός ατυχήματος. Μου έλειψε να είμαι δίπλα στον πελάτη, να κάνω τις πλάκες μου, να μιλάω μαζί τους».
- Τι είναι αυτό που σας έδωσε ώθηση στη  γαστρονομία, ποια είναι η φιλοσοφία;
«Το καλό γούστο ξεκίνησε από το σπίτι. Η μαμά μαγείρευε καταπληκτικά, ήταν η καλύτερη μαγείρισσα του κόσμου και αυτό μας έμεινε. Μάθαμε βλέποντας τι είναι η πρώτη ύλη. Από μικρά μας έδινε πρωτοβουλίες να τη βοηθάμε και στο πέρασμα των ετών γίναμε γνώστες.
Αν μπεις σε έναν δρόμο και μάθεις τι είναι το καλό δεν μπορείς να ξεφύγεις και δεν μπορείς να πουλήσεις κάτι άλλο στην πελάτη. Η πρώτη ύλη είναι το βασικό. Αν πάρεις Α θα δώσεις Α, αν πάρεις Β΄ διαλογής θα είναι Β΄ διαλογής και το πιάτο. Κερδίζουμε το μάτι αλλά και τον ουρανίσκο. Και μου λένε πελάτες πως έχουν δοκιμάσει και αλλού το ίδιο πιάτο αλλά η γεύση μας είναι διαφορετική. Έχει να κάνει με την πρώτη ύλη και δεν κοιτάζω την τιμή της. Πρώτα είναι η ποιότητα. Ο πελάτης το καταλαβαίνει».

- Μίλησέ μας για την εικόνα του μαγαζιού,  το πάντρεμα της μεσογειακή αύρας με το ξύλο αλλά και με την παράδοση.
«Είναι μνήμες από τα παιδικά χρόνια. Τη δεκαετία του ’70 όταν κατεβαίναμε στην Ελλάδα τα μαγαζιά δεν ήταν τόσο μοντέρνα όσο σήμερα. Ηταν απλά, ο μαγαζάτορας έκανε το λογαριασμό πάνω στο τραπεζομάντηλο και αυτό ελληνικό παραδοσιακό μάς έχει μείνει. Αυτό ήταν για εμάς Ελλάδα. Αυτό το κομμάτι το μεταφέραμε στη Γερμανία, το απλό ελληνικό, ένα περιβάλλον Ελλάδας. Το ακούμε πολλές φορές και ειδικά στη βεράντα μας με τη ζωντανή μουσική που μεταφέρουν το ελληνικό αίσθημα».
- Στο κρασί δείχνετε μεγάλη αγάπη και  σεβασμό. Πείτε μας τη φιλοσοφία και τη  σχέση σας με το κρασί.
«Κι αυτό ξεκινά όταν από πολύ μικρό παιδί ο πατέρας μας έπινε κρασί, είτε ελληνικό είτε γερμανικό. Στην εφηβεία όταν βγαίναμε με την παρέα μου έξω έπαιρνα κρασί ενώ οι φίλοι μου μπύρα. Η αγάπη έχει γιγαντωθεί μέσα μου και με ενδιαφέρουν όλα τα κρασιά του κόσμου, όχι μόνο τα ελληνικά. Δοκιμάζω κρασιά κι έτσι μπορώ να τα συγκρίνω με τα ελληνικά και με πεισμώνει αυτό. Αφού μπορούν οι άλλοι μπορούμε κι εμείς».

 

 

- Πως επιλέγετε να είναι η επαφή σας με τα κτήματα; Ποια είναι η μελέτη σας;
«Πηγαίνοντας τα καλοκαίρια στην Ελλάδα δεν ήθελα να πηγαίνω μόνο στις παραλίες, είχα μέσα μου μια ανησυχία και ήθελα να κάνω πιο ουσιαστικά πράγματα. Ετσι, αρχίσαμε να επισκεπτόμαστε κτήματα. Στο πρώτο που πήγαμε αναπτύξαμε μια καλή σχέση πήραμε από εκεί κρασιά όπως και από άλλα. Παίρναμε μεγάλες ποσότητες και αντιλήφθηκαν και αυτοί πως είμαστε σοβαροί επαγγελματίες. Με τα χρόνια έγιναν φιλίες, αναπτύξαμε πολλές επαφές και εμπειρίες.
Υπάρχουν και οι εκθέσεις όπου εκεί μπορούμε να μάθουμε πολλά. Η οινογνωσία σε ένα κτήμα είναι κάτι απλό. Πρέπει οι Ελληνες εστιάτορες της Γερμανίας να κάνουν το πρώτο βήμα και τα κτήματα δε λένε όχι».

 

- Είναι μύθος ή πραγματικότητα πως αν πουλάω λιγότερο ποιοτικό κρασί κερδίζω περισσότερο και επομένως με αυτή τη φιλοσοφία πολλοί συνάδελφοί σας δε δίνουν την απαραίτητη βάση στο θέμα;
«Ζούμε σε μια εποχή που υπάρχουν δύο κλάδοι, από τη μία το φτηνιάρικο και πολύ και από την άλλη το ποιοτικό και λίγο. Ο καθένας επιλέγει τον τομέα που θα υπηρετήσει. Βέβαια, κανένας δε θα πει πως έχει φτηνιάρικο μαγαζί. Πουλώντας ποιοτικό και στην ανάλογη τιμή είναι ο πιο σωστός δρόμος και ο δρόμος του μέλλοντος. Η τηλεόραση είναι γεμάτη με εκπομπές μαγειρικής όπου προτείνουν κρασιά, και υλικά εξαιρετικής ποιότητας. Κι αυτά που βλέπει ο κόσμος στην τηλεόραση τα περνά και στη ζωή του».

- Πως παρουσιάζετε ένα  κρασί στον πελάτη σας;

«Κάθε κρασί έχει και μια ιστορία, γιατί κάθε κρασί είναι και μια ιστορία ένα παραμύθι. Όταν ένας πελάτης θέλει κρασί έχουμε ένα χρονικό διάστημα για να το περιγράψουμε. Αναφέρουμε την ποικιλία του, τον τόπο απ’όπου προέχεται, περιγράφουμε την ετικέτα, το χρώμα, τα αρώματα. Και με αυτά δίνεται ο χρόνος και για το φαγητό που δεν έχει έρθει ακόμη στο τραπέζι. Είναι σα να είσαι πολιτικός και να μιλάς μπροστά σε κόσμο, έτσι νιώθω. Οσα περιγράφεις περνούν και στον πελάτη. Την επόμενη φορά θα ζητήσει και πάλι το ίδιο κρασί, γιατί του έχει μείνει αυτή η ιεροτελεστία. Η γαστρονομία έχει να κάνει με την επικοινωνία, δεν έχει να κάνει με μηχανές».
- Από τους Ελληνες οινοποιούς τι θα  ζητάγατε; Τι είναι αυτό που θα έπρεπε να ενισχύσουν ή να αλλάξουν;

«Οι οινοποιοί κάνουν πολύ καλά τη δουλειά τους. Το πρόβλημα είναι ο εστιάτορας της Γερμανίας, αυτός πρέπει να κάνει το βήμα προς τα εκεί. Εχουν γίνει σεμινάρια από οινοποιούς σε Στουτγκάρδη και Ντίσελντορφ και τα παρακολούθησαν 8 και 14 άτομα αντίστοιχα. Πολύ μικρός αριθμός. Μήπως χρειαζόμαστε άλλο μάρκετινγκ, άλλο σκεπτικό;».
- Οινοπαρουσιάσεις μέσα στην επιχείρηση  θα ήταν ένα θέμα που θα βοηθούσε τον εστιάτορα για να εκπαιδεύσει και τον πελάτη;

«Αυτό γίνεται τακτικά από τα οινοποιεία και το θέλουν. Υπάρχουν ανοικτές πόρτες, σήμερα αν πάρεις σε κάποιο κτήμα την επόμενη μέρα θα υπάρχει άνθρωπος εδώ για να παρουσιάσει το κρασί».
- Θα βοηθούσε την ελληνική γαστρονομία στη Γερμανία να συνεργαστεί;
Να γίνει ένας φορέας;

«Στη γαστρονομία στη Γερμανία έχουμε ένα μεγάλο πρόβλημα με το προσωπικό, που δεν υπάρχει εξειδίκευση. Είναι το μεγάλο πρόβλημα για το μέλλον. Από χρόνο σε χρόνο γίνεται χειρότερο. Εχουμε ορισμένες ιδέες αλλά το προσωπικό αλλάζει γρήγορα ή δεν υπάρχει το ενδιαφέρον για τον κλάδο. Με απασχολεί πολύ και με το προσωπικό κάνουμε οινογνωσίες ώστε να μάθουν το κρασί, από το άνοιγμα ως το σερβίρισμα. Δεν μπορώ να περιμένω από κάποιον που θα έρθει εδώ να τα ξέρει, είμαι υποχρεωμένος να του τα δείξω.

Σίγουρα όσες πιο πολλές σκέψεις και προτάσεις έχουμε θα βοηθά και περισσότερο. Όπως στις εταιρίες κάνουν συσκέψεις, έτσι πρέπει να γίνει και στον τομέα μας. Εγώ δεν το βλέπω ανταγωνιστικά, αλλά πώς θα ανεβάσουμε την ελληνική γαστρονομία που έχει πέσει πάρα πολύ σε σχέση με άλλες κουζίνες».

Βασίλης Βούλγαρης

Η Ελληνική Εφημερίδα στην Ευρώπη-

DIE GRIECHISCHE ZEITUNG IN EUROPA

Am Schomm 40, 41199 Mönchengladbach  
Telefon: +49 2166 64 78 733 
E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

Εγγραφή σε Newsletter

Εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε τα νέα του Europolitis.eu
captcha 
×

Το Europolitis.eu χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. OK     Διαβάστε περισσότερα...