Προβολή άρθρων κατά ημερομηνία: Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Κατάγεται από την Οιχαλία Τρικάλων και βρίσκεται στη Γερμανία από τον Δεκέμβριο του 1988. Από τότε ασχολείται με τη γαστρονομία βιώνοντας  όλα τα στάδιά της. Από βοηθός κουζίνας, βοηθός μάγειρα, μάγειρας, μπάρμαν, βοηθός σερβιτόρου, σερβιτόρος, υπεύθυνος μαγαζιού και από το 1995 ανοίγει πλέον το πρώτο δικό του εστιατόριο.

Να σταθούμε λίγο στην εμπειρία της πρώτης εξαετίας σας, στη γνωριμία με το εστιατόριο. Ποιο ήταν αυτό που σας έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και σας “κέρδισε” στη γαστρονομία; Επίσης, θα θέλαμε να μοιραστείτε μαζί μας κάποιες από τις καλές και ευχάριστες, αλλά και από τις δύσκολες στιγμές που έχει αυτός ο χώρος

Αυτό που μου άρεσε περισσότερο στη γαστρονομία είναι ότι έχει να κάνει με τη δημιουργία και την επικοινωνία. Στην αρχή μ' άρεσε να μαγειρεύω, όμως με την πάροδο του χρόνου δεν μου άρεσε και πολύ μέσα στην κουζίνα και ήθελα να είμαι προς τα έξω. Ήθελα να έχω επικοινωνία με τον κόσμο. Το άσχημο είναι ότι δεν έχεις προσωπικό χρόνο γιατί πρέπει να είσαι συνέχεια στο μαγαζί. Ειδικά όταν ξεκινάς είναι όλο δουλειά και τίποτα άλλο. Ο ελεύθερος χρόνος δεν υπάρχει στη ζωή σου και η διασκέδαση είναι μηδαμινή. Στερείσαι πολλά πράγματα, αλλά αυτό που κερδίζεις είναι τα χρήματα. Αν βάλεις κάποιο σκοπό και θέλεις να πάρεις ένα αυτοκίνητο ή να φτιάξεις ένα μαγαζί, μπορείς να τον πετύχεις γιατί μαζεύεις τα χρήματα επειδή δεν έχεις το χρόνο να τα χαλάσεις αλλού.

Ο Γερμανός πελάτης είναι δύσκολος; Πώς το βλέπετε εσείς;

Είναι δύσκολος πελάτης, αλλά αυτό συμβαίνει επειδή γνωρίζει αρκετά πράγματα. Ξέρει και από ελληνική κουζίνα και από ιταλική και γενικότερα. Επίσης η γερμανική γαστρονομία έχει εξελιχθεί πάρα πολύ την τελευταία 15ετία. Οι Γερμανοί θεωρούνται από τους καλύτερους επαγγελματίες, παρόλο που στο παρελθόν τα ελληνικά εστιατόρια ήταν top.

Έτσι όπως το λέτε, είναι σαν να έχει πέσει το επίπεδο των ελληνικών εστιατορίων...

Όχι. Το δικό μας επίπεδο δεν έχει πέσει, αλλά έχει ανέβει πολύ το επίπεδο των γερμανικών εστιατορίων. Αν θέλετε, εμείς έχουμε μείνει λίγο πιο πίσω σε σχέση με τους Γερμανούς. Παράλληλα ο ανταγωνισμός είναι πλέον και αυτός δυνατός

Δηλαδή εκεί που εστιάζουμε είναι ότι ο Γερμανός με τα ταξίδια και με την πάροδο του χρόνου έχει εμπειρία, έχει βελτιώσει τις γεύσεις του ως λαός και έχει μία μεγαλύτερη απαίτηση σε αυτό που του προσφέρεις. Και έρχομαι και στην ερώτηση... Προσφέρουμε στο Γερμανό την ελληνική γαστρονομία; Ο Γερμανός τουρίστας που θα κατέβει και θα φάει στην Ελλάδα θα έβρισκε κάτι αντίστοιχο στα ελληνικά εστιατόρια εδώ στη Γερμανία;

Δε θα βρει το αντίστοιχο. Γιατί σε γενικές γραμμές εδώ τα ελληνικά εστιατόρια ένα 80% είναι στυλ ψητοπωλείου. Τα περισσότερα δεν έχουν μαγειρευτά, γιατί για να φτιάξεις τέτοια φαγητά πρέπει να έχεις μεράκι και να γνωρίζεις το αντικείμενο.

Σας έχει τύχει να σας πει κάποιος Γερμανός ότι πήγα στην Ελλάδα και έφαγα το “χ” φαγητό και δεν το βρίσκω εδώ;

 

dimosΦυσικά και έχει τύχει. Ζητήσανε πιάτα κατσαρόλας, όπως αυτά που έφτιαχναν παλιά οι μητέρες μας. Και θα μιλήσω για το Μόναχο που ξέρω, ότι εδώ δεν έχουμε τέτοιο μαγαζί. Παλαιότερα υπήρχε ένα που δούλευε μόνο με φαγητά κατσαρόλας που πήγαινε ο πελάτης έβλεπε τις κατσαρόλες και έλεγε θέλω αυτό κι εκείνο. Αλλά αυτό γινόταν πριν από καμιά 15ετία σήμερα δεν υπάρχει αυτό. Έρχονται και ζητάνε μαγειρευτά αλλά δεν μπορούμε να τα κάνουμε. Εμείς μπορούμε να κάνουμε μέχρι λαδερά, από ‘κει και πέρα...

 

Σε ένα άλλο κομμάτι που θεωρώ ότι έχει αξία, γιατί η ελληνική γη βγάζει καλά προϊόντα τόσο στη γαστρονομία όσο και στο κρασί. Κατά πόσο δουλεύει ο Έλληνας εστιάτορας τα ελληνικά προϊόντα;

 

Είναι αλήθεια πως έχουμε πολύ καλά προϊόντα, αλλά για να τα προωθήσουμε πρέπει να τα ξέρουμε. Υπάρχουν προϊόντα που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν τα γνωρίζουμε. Και πρέπει και οι τιμές να είναι προσιτές, για να μπορέσουμε να τα προωθήσουμε στον πελάτη. Δεν μπορούμε για παράδειγμα να πάρουμε προσούτο Ευρυτανίας που είναι ακριβό. Και πώς να το περάσουμε στο Γερμανό όταν δεν το ξέρουμε καλά – καλά ούτε κι εμείς. Και θα σας πω και κάτι άλλο. Είχε γίνει μία έκθεση πριν από καιρό με μαστίχα Χίου και με διάφορα τυριά από τη Νάξο και αλλού. Εμείς προσπαθήσαμε να κάνουμε κάποια πράγματα για παράδειγμα με τη μαστίχα, αλλά ο Γερμανός δεν ήξερε τι είναι η μαστίχα Χίου. Οπότε έπρεπε εμείς να τυπώσουμε ενημερωτικά φυλλάδια και να τον ενημερώσουμε.

Άρα χρειαζόσαστε μικρά δείγματα και την ιστορία του προϊόντος στα γερμανικά, ώστε οι παραγωγοί να σας δώσουν μία βοήθεια για την καλύτερη προώθησή τους. Γίνονται παρουσιάσεις γευσιγνωσίας; Υπάρχουν παραγωγοί που σας παρουσιάζουν τα προϊόντα τους και μαζί με ένα μάγειρα σας κάνουν κάποιες γευστικές προτάσεις;

Είναι μηδαμινές αυτού του είδους οι εκδηλώσεις. Κάποιος που θέλει να πουλήσει το κρασί του μπορεί να έρθει και να το προωθήσει, αλλά σε θέματα διατροφής, δεν το κάνουν. Χρειάζονται περισσότερες εκδηλώσεις και γαστρονομικές προτάσεις.

Σήμερα, μετά από τόσα χρόνια και με έναν πιο απαιτητικό Γερμανό πελάτη τι είναι αυτό που πρέπει να κοιτάξει ο κάθε γαστρονόμος ώστε να ξανακερδίσει το μερίδιο της αγοράς που του αναλογεί;

Καταρχήν, βασικός παράγοντας είναι η ποιότητα. Επίσης χρειαζόμαστε καινούριες ιδέες όπως διάφορα νέα ορεκτικά που μπορούμε και πρέπει να τα προωθήσουμε. Επίσης, χρειαζόμαστε εξειδικευμένο προσωπικό. Δεν γίνεται να δουλεύουμε με ανειδίκευτο μάγειρα για παράδειγμα. Καλό θα ήταν ακόμα και τον γύρο ή το σουβλάκι να το παρουσιάζουμε πιο όμορφα.

Οι επαγγελματίες γαστρονόμοι βρίσκεστε μεταξύ σας ώστε να συζητάτε τους προβληματισμούς, τις ανησυχίες, και τις δυνατότητες σας ώστε να κερδίσετε το “στοίχημα”;

Δεν γίνονται συγκεντρώσεις ώστε να συζητάμε και να ανταλλάσσουμε ιδέες και να κοιτάμε όλοι μαζί για το καλύτερο. Συνήθως ο ελληνισμός εδώ κοιτάει μόνο την πάρτη του!

Ποιο είναι το δικό σας όραμα;

Να συνεχίσω να κάνω αυτό που κάνω ήδη. Βασικό στοιχείο είναι η ποιότητα και προσπαθώ να δίνω στον κόσμο νέες ιδέες, νέα πιάτα με γνώμονα πάντα την ελληνική φιλοξενία.

Β.Β

Κατηγορία ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Κλεάνθης (Ακης) Τελιορίδης

50 ετών, από το Πολυδένδρι του Δήμου Λαγκαδά. 30 χρόνια στη γαστρονομία, 30 χρόνια στο Αμβούργο στο μαγαζί «Κύπρος».

- Δώστε μας την εμπειρία σας από τα 30 αυτά χρόνια. Πώς ξεκίνησε η ελληνική γαστρονομία και πώς έχει αλλάξει μέχρι σήμερα; 

«Όταν ξεκίνησα στο Αμβούργο μου φάνηκε πάρα πολύ απλή. Τελείως λαϊκή. Εκείνη την εποχή και στην Ελλάδα υπήρχαν απλά πράγματα. «Περάστε, να φάτε και να πιείτε». Δεν είχε ιδιαιτερότητες στη Γερμανία. Ο Γερμανός αγάπησε την καλή μας διάθεση, το πολύ και καλό φαγητό και οι τιμές ήταν προσιτές. Τους άρεσε ο τρόπος ζωής μας. Στην αρχή ξεκίνησαν να έρχονται δειλά στα ελληνικά μαγαζιά, γιατί έγιναν  μετά τα ιταλικά και τα ισπανικά εστιατόρια. Αλλά αγαπήθηκε πάρα πολύ η ελληνική κουζίνα και η διάθεσή μας.

Νομίζω πως έχουμε μία από τις καλύτερες ευρωπαϊκές κουζίνες, όσο απλή κι αν είναι. Λιτή, αλλά με γεύσεις. Έχουμε πάρα πολύ καλό κρέας, πολύ καλά ψητά που αρέσουν στο Γερμανό. Τρώνε επίσης πολύ το κοκκινιστό κρέας με τα φασολάκια, τον μουσακά, το αρνίσιο μπούτι. Τους αρέσουν οι γεύσεις μας. Θα έλεγα πως οι τιμές μας είναι ανταγωνίσιμες πλέον με τις τιμές των εστιατορίων άλλων κρατών, αφού έχουν ανέβει τα κόστη και τα πάγια».

- Είπατε  πως αλλάζουμε και όσον αφορά τα φαγητά και όσον αφορά τις τιμές. Αλλάζουμε και ως προς τον τρόπο που παρουσιάζουμε τα πιάτα;

 

Ακης Τελιορίδης

Ακης Τελιορίδης

«Αυτό το έχουν κάνει πάρα πολλοί Έλληνες, και το προσπαθούμε και εμείς. Σε εμάς είναι κάπως δύσκολο αυτό γιατί έχουμε πάρα πολύ δουλειά. Και όμως επιμένουμε σκληρά στην παρουσίαση του πιάτου, πιο πολλές

 

γεύσεις, πιο πολλά ελληνικά θαλασσινά. Οι Γερμανοί έγιναν επιλεκτικοί, διαλέγουν το περιβάλλον του μαγαζιού να είναι πιο όμορφο. Παλιά, ήταν μόνο το φαγητό, να χορτάσουμε και να περάσουμε λίγο καλά. Τώρα είναι κάπως πιο ιδιαίτερο, να συνδυάσει φαγητό και ατμόσφαιρα. Μετρά πολύ και πρέπει να κινηθούμε προς τα εκεί, γιατί αυτό ζητούν οι νεαροί, 20-25 ετών. Παλιότερα, σπάνια έβλεπες ζευγάρια αυτής της ηλικίας να μπουν σε ελληνικό μαγαζί. Ενώ τώρα, έρχονται, βλέπουν το μαγαζί, επιλέγουν ελληνικά ορεκτικά που παλιότερα δεν τα ήξεραν και κάθονται αρκετές ώρες πίνοντας κρασί που επίσης παλιότερα δεν έπιναν. Η κουλτούρα του φαγητού έχει αλλάξει και στη Γερμανία».

 

- Το ελληνικό κρασί είναι μεγάλο εθνικό κεφάλαιο. Πιστεύετε ότι το δουλεύουμε σωστά, τουλάχιστον εδώ στη Γερμανία;

 

« Όχι. Είμαι σε μεγάλο ποσοστό πεπεισμένος ότι πάρα πολλοί Έλληνες εστιάτορες, κι εγώ ήμουν ένας από αυτούς, δε γνωρίζουμε τα κρασιά που παράγει η χώρα μας. Δεν ενδιαφερθήκαμε να τα γνωρίσουμε ή να μην έγινε και η σωστή παρουσίασή τους από την Ελλάδα. Απαιτείται να μάθουμε για τα κρασιά κι επιμένω πως τα δικά μας τα κρασιά είναι πρωτοπόρα. Πλέον, έμαθα ορισμένα πράγματα, πίνω και ο ίδιος κρασί. Τα προσφέρουμε στους Γερμανούς και λένε μόνο καλές κουβέντες.

 

Νομίζω πως γίνανε ορισμένες καλές προσπάθειες από Ελλάδα. Λόγω χρόνου, τότε δεν ασχολήθηκα. Το μετάνιωσα που δεν πήγα σε κάποιες παρουσιάσεις. Η γνώση είναι βασικός παράγοντας.

 

Πρέπει να υπάρχει βέβαια και ανταγωνιστική τιμή. Η Γερμανία είναι τεράστια αγορά και υπήρχε καιρός που ορισμένα κρασιά ήταν υπερεκτιμημένα. Η ελληνική κουζίνα είναι λαϊκή κουζίνα. Εγώ τα καλά κρασιά τα πουλάω επί δύο. Για τον εστιάτορα είναι λίγο. Να πάρω δηλαδή 15 ευρώ το μπουκάλι, να το δώσω 30. Άλλοι, λένε επί 3,5. Μια καλή πρόταση ενός καλού κρασιού είναι στα 25 ευρώ το μπουκάλι, ένα πιο καλό στα 30-32 ευρώ κι αν είναι κάτι το ιδιαίτερο μπορεί να πάει στα 40. Στο μέσο όρο η τιμή πρέπει να είναι στα 18-28 ευρώ. Και στο επίπεδο που είναι τα δικά μας τα μαγαζιά, οι τιμές είναι προσιτές για τους Γερμανούς. Στην καινούργια κάρτα που θα κάνω, θα έχω περισσότερα κρασιά 0,7 και σε ποτήρι, ώστε να προωθήσω το ελληνικό κρασί».

 

- Τι σας ρωτάνε οι Γερμανοί όταν τους

προσφέρετε  το ελληνικό κρασί;

 

«Την ποικιλία του σταφυλιού, τις περιοχές απ’ όπου προέρχεται, γιατί οι Γερμανοί ξέρουν καλά την Ελλάδα, ακόμη και το κτήμα όσο κι αν φαίνεται περίεργο. Ασφαλώς δεν μπορούμε να έχουμε όλα τα κρασιά, αλλά πρέπει να έχουμε μεγάλη κάβα. Απαιτείται να το πουλάμε και σε ποτήρι, γιατί το θέλουν».

 

- Η ελληνική γαστρονομία υποχωρεί, αφού έχουν μπει νέες κουζίνες. Τι θα πρέπει να κάνετε κι εσείς οι Έλληνες εστιάτορες από κοινού;

 

«Το κακό με μας τους Έλληνες είναι πως δεν υπάρχει ένας κοινός χώρος ώστε να ανταμώνουμε, να συζητάμε και να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε. Θα έπρεπε να δούμε τα κοστολόγιά μας, τον τρόπο δουλειά μας, οι σεφ να μας προτείνουν νέα πιάτα με χαμηλά κοστολόγια, κι εκεί υστερούμε όλοι. Ο σεφ, δηλαδή, να βγάλει νέα πιάτα με ελληνικά προϊόντα, να μας τα παρουσιάσει. Θα ήταν δυνατό χαρτί, αν μπορούσαμε να δημιουργήσουμε έναν φορέα για τη φωνή του Έλληνα εστιάτορα. Θα έμπαινα ασυζητητί σε μια τέτοια προσπάθεια».

 

- Πιστοποίηση μαγαζιού, κάτι που το έχουν κάνει οι Ιταλοί, οι οποίοι  έχουν δημιουργήσει τον ανάλογο φορέα;

 

«Δεν το γνωρίζω, αλλά θα έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο. Πολλά ελληνικά μαγαζιά δεν είναι σε ελληνικά χέρια κι έχουν τα κακά τους χάλια. Τα λειτουργούν όπως θέλουν αυτοί, γιατί δεν είναι Έλληνες, δε γνωρίζουν τα προϊόντα μας, τα φαγητά μας κι έτσι ρίχνουν το επίπεδο το δικό μας. Ο φορέας όμως πρέπει να είναι ανεξάρτητος. Να ελέγχει τα προϊόντα, να μας δείξει ακόμη και την παρουσίαση των προϊόντων».

 

- Ένα κάλεσμα προς τους συναδέλφους σας για το τι πρέπει να κάνει η ελληνική κουζίνα για να βγει πιο δυνατή.

 

«Επιμένω ότι πρέπει να μπορέσουμε να φέρουμε καλούς Έλληνες σεφ για την ελληνική κουζίνα, όχι για γαλλική, ισπανική ή μοριακή κουζίνα. Να μας δώσουν γνώσεις γύρω από τα ελληνικά προϊόντα για να μπορέσουμε και σε συνδυασμό με το κοστολόγιο, να είμαστε ανταγωνιστικοί. Ποιοτικά καλύτεροι και με ανταγωνίσιμες τιμές. Λιτοί, όμορφοι, να προωθήσουμε τα κρασιά μας, που είναι πολύ κερδοφόρο προϊόν, για να περπατήσει στην αγορά η ελληνική κουζίνα, το ελληνικό κρασί και το ελληνικό προϊόν. Να σκεφτόμαστε ότι είμαστε και Έλληνες».               

                                                     Β.Β

 

Κατηγορία ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Υλικά:
1 κιλό καλαμάρια κομμένα ροδέλες
150ml κόκκινο ξηρό κρασί
Μπαχάρι
Αλάτι, πιπέρι
Λίγο πολτό ντομάτας
Ελαιόλαδο έξτρα παρθένο 200ml
1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη
1 μέτριο κρεμμύδι ψιλοκομμένο
100γρ ντομάτες  λιαστές ψιλοκομμένες
400γρ πλιγούρι
2 φύλλα δάφνης
Λίγο μαϊντανό ψιλοκομμένο

Εκτέλεση:

Σοτάρουμε σε δυνατή φωτιά τα καλαμάρια με το φύλλο δάφνης, το μπαχάρι , το σκόρδο και το ψιλοκομμένο κρεμμύδι. Στη συνέχεια σβήνουμε με το κόκκινο κρασί, αφήνουμε να φύγει το αλκοόλ, χαμηλώνουμε τη φωτιά και προσθέτουμε το τοματοπολτό, τις λιαστές ντομάτες και το πλιγούρι.
Προσθέτουμε σταδιακά υγρά μέχρι το πλιγούρι να φουσκώσει, το μαϊντανό και αλατοπιπερώνουμε.

Chef  Βασίλη Μπερμπεράκη Μέλος της Λέσχης Αρχιμαγείρων Β. Ελλάδος“ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΖΕΥΣ“

Chef Βασίλης Μπερμπεράκης
Μέλος της Λέσχης Αρχιμαγείρων Β. Ελλάδος“ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΖΕΥΣ“

 

Κατηγορία ΣΥΝΤΑΓΕΣ

Υλικά:
1 κιλό φρέσκα φασολάκια καθαρισμένα
300γρ ντομάτα ώριμη τριμμένη στο τρίφτη
1 σκελίδα σκόρδο ψιλοκομμένη
2 μέτρια κρεμμύδια ξερά ψιλοκομμένα
Μισό ματσάκι μαϊντανό ψιλοκομμένο
1 φύλλο δάφνης
Αλάτι
Πιπέρι
1 πρέζα ζάχαρη
250ml ελαιόλαδο

Εκτέλεση:
Τσιγαρίζουμε με το μισό ελαιόλαδο τα φασολάκια, το κρεμμύδι, το φύλλο δάφνης και το σκόρδο σε μέτρια φωτιά για 3-4 λεπτά, προσθέτουμε τη τριμμένη ντομάτα, τη ζάχαρη και  αλατοπιπερώνουμε ελαφρά. Προσθέτουμε υγρά μέχρι να σκεπαστούν τα φασολάκια, ανεβάζουμε τη φωτιά και δίνουμε μια βράση. Με το που πάρει βράση χαμηλώνουμε τη φωτιά, και κλείνουμε με το καπάκι της κατσαρόλας. Μαγειρεύουμε σε σιγανή φωτιά έως ότου μαλακώσουν τα φασολάκια και  5 λεπτά πριν τα αφαιρέσουμε από τη φωτιά προσθέτουμε το υπόλοιπο ελαιόλαδο μαζί με το μαϊντανό

[caption id="attachment_4980" align="alignleft" width="154"]Chef  Βασίλη Μπερμπεράκη Μέλος της Λέσχης Αρχιμαγείρων Β. Ελλάδος“ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΖΕΥΣ“ Chef Βασίλη Μπερμπεράκη
Μέλος της Λέσχης Αρχιμαγείρων Β. Ελλάδος“ΟΛΥΜΠΙΟΣ ΖΕΥΣ“[/caption]

Κατηγορία ΣΥΝΤΑΓΕΣ

Εχοντας κλείσει 29 χρόνια στην Γερμανία και με μεγάλη εμπειρία στη γαστρονομία και τα εστιατόρια, ο Συμεών Μπόρος με καταγωγή από την Θεσσαλία, έχει καταφέρει να δημιουργήσει μια ισχυρή βάση στο Μαγδεμβούργο.

Ο Ελληνας εστιάτορας αποφάσισε το 2011 να κάνει μια παράτολμη κίνηση. Το ελληνικό μαγαζί αποτέλεσε παρελθόν και τη θέση του πήρε ένα σύγχρονο εστιατόριο με μεσογειακά πιάτα, ποντάροντας στις καθαρές και ποιοτικές γεύσεις της καλής πρώτης ύλης. Αυτή του η απόφαση, τέσσερα χρόνια μετά, τον έχει δικαιώσει απόλυτα και μιλώντας στον «Europolitis» μεταφέρει την εμπειρία του.

- Κ.Μπόρο, βρίσκεστε σχεδόν 30 χρόνια στην Γερμανία. Ποια είναι η έως τώρα διαδρομή σας;
«Στην Γερμανία βρίσκομαι από το 1986. Εργάστηκα στο εστιατόριο που είχε ο πατέρας μου, που ήταν το κλασικό ελληνικό εστιατόριο. Στο Μαγδεμβούργο είμαι από το 1993, οπότε άνοιξα κι εγώ μια ανάλογη επιχείρηση. Η αλλαγή έγινε το 2011 οπότε και γίναμε εστιατόριο μεσογειακής κουζίνας, δηλαδή χωρίς γύρο, χωρίς σουβλάκια. Η πρώτη ύλη είναι πολύ ποιοτική με Ελληνα σεφ, δίνοντας βάση στην ποιότητα. Θέλουμε να δείξουμε πως δεν υπάρχει μόνο το κερασμένο ούζο και η φθηνή σαλάτα, αλλά και η ποιοτική κουζίνα. Τόσο εμείς όσο και οι πρόγονοί μας έδωσαν στους Γερμανούς μια λάθος εντύπωση για την ελληνική κουζίνα».

- Πόσο δύσκολο ήταν για το Μαγδεμβούργο να δεχθεί ότι ένας Ελληνας αλλάζει το μαγαζί του κάνοντας μια τέτοια μεγάλη στροφή;
«Ηταν τρομερά δύσκολο. Αρχικά, οι πελάτες αντέδρασαν. Περίμεναν πως ως Ελληνας θα έχω γύρο, σουβλάκια, ούζο, κεράσματα και φθηνές τιμές. Το μυστικό είναι η διάρκεια, η επιμονή, η υπομονή και να κρατήσεις τη γραμμή σου. Τη διάρκεια τη θέτω στα τρία με πέντε χρόνια, γιατί το Μαγδεμβούργο έχει να αντιμετωπίσει διάφορα ζητήματα, όπως είναι η ανεργία και η προκατάληψη για το τι πρέπει να έχει ένας Ελληνας στο μαγαζί του. Πλέον, έχει αντιστραφεί η στάση, ο κόσμος το δέχεται, μένει ευχαριστημένος και είναι διατεθειμένος να πληρώσει κάτι παραπάνω, γιατί η ποιότητα των υλικών και του φαγητού ανταποκρίνεται στα λεφτά που δίνει».

- Συμφωνείτε πως υπάρχει μια υποχώρηση της τάσης που ξέραμε για το κλασικό ελληνικό εστιατόριο;
«Ναι, είναι πραγματικότητα. Για την πόλη μας, τα χαμηλού βιοτικού επιπέδου στρώματα πηγαίνουν στο ελληνικό εστιατόριο, αλλά οι υπόλοιποι πελάτες που μπορούν να δώσουν κάτι παραπάνω για το φαγητό πάνε σε άλλου είδους κουζίνες. Αποφεύγουν τις μεγάλες ποσότητες και αυτό ήταν το έναυσμα ώστε να κάνω την αλλαγή. Ακουγα παράπονα ότι έφαγαν πολύ… Το σκέφτηκα και κατέληξα πως είχαν δίκιο. Δεν τους ενδιαφέρει η ποσότητα τα ‘βουνά’ που σερβίραμε, αλλά η ποιότητα με την κατάλληλη ποσότητα».

- Περιγράψτε μας πολύ καλή στιγμή και μια πολύ δύσκολη στην πορεία σας στη γαστρονομία;
«Πρόσφατα, αναδειχθήκαμε για τρίτη φορά καλύτερο μαγαζί της περιοχής και βλέπω την αναγνώριση που έχουμε από τους πελάτες. Αυτή η επιβεβαίωση δεν είναι μόνο στα χαρτιά. Οσο για τα δυσάρεστα, είναι η νοοτροπία του πελάτη απέναντι στον Ελληνα εστιάτορα που τον βλέπει υποτιμητικά. Που θεωρεί πως με λίγα λεφτά θα φάει πολύ, δε θα συμπεριφερθεί σωστά, θα του κεράσεις ούζο. Είναι μια μόνιμη κατάσταση που ως Ελληνα και ως επιχειρηματία με στεναχωρεί αφάνταστα. Κι αυτός ήταν ένας πολύ σημαντικός λόγος που με έκανε να στραφώ σε διαφορετική κουζίνα».

- Για ένα σύγχρονο εστιατόριο, πόσο απαραίτητο είναι να έχει εκπαιδευμένο και καταρτισμένο προσωπικό;
«Το θέμα του σέρβις είναι πολύ σημαντικό και σοβαρό για μια επιχείρηση. Πρέπει να είναι εξιδεικευμένο το προσωπικό, να γνωρίζει το μενού, τα συστατικά των πιάτων, πως φτιάχνονται ώστε να βοηθήσει τον πελάτη στην επιλογή του. Παράλληλα, πρέπει να είναι ειλικρινής στα λόγια και τη συμπεριφορά του. Το ‘φίλε μου, φίλε μου…’ πρέπει να σταματήσει. Είναι υποκρισία. Σέρβις σημαίνει να δουλεύεις με κέφι και ο πελάτης το καταλαβαίνει».

- Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να έχουν σπουδάσει τις γεύσεις και για την κουζίνα;
«Το προσωπικό της κουζίνας είναι μια μεγάλη πληγή. Εμείς που είμαστε στην Γερμανία δεν έχουν τις βάσεις, αλλά έχουμε αντιγράψει ό,τι έχουμε δει από άλλους και δυστυχώς τα άτομα που μπορούν να έρθουν στην Γερμανία δεν έρχονται είτε γιατί μπλέκουν με επιτήδειους είτε γιατί μπερδεύουν την κουζίνα που ξέρουν με την γερμανική κουζίνα. Ή ακόμη εμείς οι εστιάτορες έχουμε πέσει θύματα μαγείρων που δεν είναι μάγειρες. Ατομα που έχουν γνώσεις γαστρονομίας θα ήταν πολύ χρήσιμα, ώστε να βγάλουμε ωραίες γεύσεις και να ξεχωρίζουμε από τους Ιταλούς και τους Κινέζους».

- Πιστεύετε πως αν οι Ελληνες παραγωγοί προσέξουν την προώθηση των ελληνικών προϊόντων μπορούν να βοηθήσουν τον Ελληνα εστιάτορα και την κουζίνα;
«Βέβαια. Χωρίς να είμαι ο ειδικός, το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει διάρκεια, δεν υπάρχει το σωστό μάρκετινγκ, όπως κάνουν οι Ιταλοί. Εχουμε πάρα πολύ καλά προϊόντα που αν εμείς οι εστιάτορες τα δείχναμε στους πελάτες θα ήταν υπέρ μας. Παραδείγματος χάρη το μανούρι, μπορείς να το σερβίρεις αντί της μοτσαρέλας, που πιστεύω πως έχει καλύτερη γεύση. Το ελληνικό κρασί είναι επίσης πολύ καλό. Είναι θέμα τιμής από τον παραγωγό στον εστιάτορα και μάρκετινγκ. Πρέπει να γίνουν πιο γνωστά ώστε να ‘ψήσεις’ τον πελάτη πως το δικό μας είναι καλύτερο από το αντίστοιχο προϊόν άλλης χώρας».

- Λόγω των συνθηκών και της ατμόσφαιρας που υπάρχει σε πολιτικό επίπεδο, έχουν υπάρξει πελάτες σας που να έχουν αντιδράσει σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στην Ελλάδα;
«Όχι, δεν έγινε κάτι αρνητικό. Υπάρχουν πειράγματα όπως ότι οι Ελληνες είναι τεμπέληδες και ότι στέλνουμε λεφτά για να ζήσουν στην Ελλάδα. Αλλά όχι, κάτι σοβαρό όχι, ποτέ».

- Θα βοηθούσε τον κλάδο να δημιουργηθεί ένας φορέας Ελλήνων εστιατόρων που να ενημερώνουν για τις εξελίξεις αλλά και να είναι ένα είδους συνδικαλιστικό όργανο;
«Ημουν από τους πρώτους που πρότεινα να γίνει εδώ στην πόλη μας μια κοινότητα, αλλά δυστυχώς δεν έχει προχωρήσει κάτι τέτοιο. Δυστυχώς, εμείς οι Ελληνες δυσκολευόμαστε να οργανωθούμε ή να συνδικαλιστούμε. Είμαι υπέρ μιας τέτοιας κίνησης. Μπορούμε να κάνουμε πολλά περισσότερα πράγματα, όπως το να διαφημιστούμε σε τηλεοράσεις και εφημερίδες. Είμαστε 20.000 μαγαζιά, αν βάζαμε από 100 ευρώ συγκεντρώνεται ένα πολύ σοβαρό ποσό ώστε να διαφημιστείς παντού. Αλλά δε μας χαρακτηρίζει η ομαδικότητα και το καλό των γύρω μας, το συνολικό καλό. Ο ένας κοιτά να βγάλει το μάτι του διπλανού».

- Θα θέλατε, κλείνοντας, να στείλετε ένα μήνυμα στους συναδέλφους σου;
«Για να φτάσω στο σημείο που είμαι σήμερα, πέρασα μεγάλες δυσκολίες. Αλλά έχω τρομερή θέληση και πείσμα, ακολούθησα πιστά τη γραμμή και τον στόχο που έθεσα. Μακριά από το κέρασμα, ούτε ούζα ούτε τζατζίκια, ούτε σαλάτες. Πρέπει να καταλάβουμε πως δεν μπορούμε να δουλεύουμε 15 ώρες την ημέρα. Να προσπαθήσουμε να δώσουμε ποιότητα στον πελάτη, να πιστέψουμε στους εαυτούς μας. Γραικός δεν είναι ο δούλος, αλλά ο Ελληνας, ένας λαός περήφανος και δυστυχώς η έννοιά του έχει αλλάξει σήμερα».

Κατηγορία ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Τα εστιατόρια τύπου Imbiss αποτελούν ένα μεγάλο μέρος της γαστρονομίας στην Γερμανία και οι Ελληνες των τελευταίων δεκαετιών ανέπτυξαν σημαντική δραστηριότητα στον τομέα αυτό.

Υπάρχει όμως ένα μαγαζί στο Μούνχαϊμ που αλλάζει τον τρόπο λειτουργίας ενός Imbiss. Το Gyros-Salon της Βάνας Βαδάση και του Γιώργου Ταβουλάρη αποτελεί ανατρέπει την πεπατημένη ετών. Το γρήγορο φαγητό δεν είναι πλέον του ποδαριού ούτε της μέτριας ποιότητας, αλλά με καθημερινά φρέσκα προϊόντα, με διαφορετικά πιάτα κάθε μέρα και με προσωπική σχέση με τους πελάτες που έφερε μέχρι και ρεζερβέ. Οι δύο ιδιοκτήτες μιλούν στον Europolitis για τη ιδέα αυτή…

Βάνα Βαδάση: Σα να τρως στο σπίτι σου

- Βάνα, τι είναι αυτό που σου αρέσει στον κλάδο της γαστρονομίας;
«Είναι η επαφή με τον κόσμο, που μπορώ να του δώσω κάτι όμορφο, που μπορώ να του γλυκάνω την καθημερινότητα με το φαγητό και το κρασί. Μου αρέσει η όλη διαδικασία του φαγητού. Όπως το πρωί που θα πάμε για ψώνια, με τα φρέσκα κρέατα και ψάρια».

- Σε τι διαφέρει το δικό σας μαγαζί από άλλα του ίδιου είδους;
«Δίνουμε πολύ χρόνο ώστε να διαλέξουμε τα προϊόντα μας. Θέλουμε να είναι φρέσκα και να δίνουμε το καλύτερο στον πελάτη. Αυτό είναι και το κυριότερο σε αυτή τη δουλειά. Θέλουμε κάθε πιάτο μας να είναι όμορφα στημένο, παρότι είμαστε ibiss που σημαίνει πως πρέπει να φεύγουν γρήγορα. Οσοι έρχονται στο μαγαζί παίρνουν λίγη από τη διάθεσή μας, τους μεταφέρουμε χαρά και το χαίρονται. Παρά την καθημερινή κούραση, έχουμε επαφή με τον πελάτη».

- Γιατί πρέπει ένα πιάτο εκτός από νόστιμο να είναι και όμορφο;
«Για τον πολύ απλό λόγο πως όπως πηγαίνω κι εγώ για φαγητό έξω θέλω να μου προσφέρουν κάτι ανάλογο, ένα ωραίο περιποιημένο πιάτο με γεύση. Οπως το σπιτικό φαγητό. Εχουμε δει πολλά μαγαζιά με άδεια πιάτα, που έχουν ένα κομμάτι κρέας και θα σου λένε φα’το. Ανοίγουν την κατάψυξη και το δίνουν στον πελάτη. Αυτό δε θα το έκανα ποτέ. Κάτι που δε θέλω να έχω πάνω στο πιάτο μου, δε θα το προσφέρω κι εγώ».

- Πως σας ήρθε η ιδέα για έναν γρήγορο κατάλογο με καθημερινές προτάσεις;
«Στο σπίτι δεν τρώμε τα ίδια κάθε μέρα. Θέλουμε τις αλλαγές. Μαγειρεύουμε κάθε μέρα κάτι διαφορετικό ώστε να το ευχαριστηθεί ο πελάτης».

- Πως έχετε καταφέρει σε Imbiss να έχετε ρεζερβέ;
«Αυτή είναι η ζήτηση, αποτέλεσμα της δουλειάς που κάναμε. Οι πελάτες δοκιμάζουν και ξανάρχονται. Οι θέσεις είναι λίγες κι έτσι προέκυψαν και τα ρεζερβέ».

- Τι θα πρότεινες στους καταστηματάρχες ώστε να έχουν επιτυχία στα μαγαζιά τους;
«Κάθε πρωί να πηγαίνουν στην αγορά και να παίρνουν φρέσκα προϊόντα, κάθε μέρα να κάνουν προετοιμασία και να προσπαθούν να παίρνουν τόση ποσότητα ώστε να μη μένει στο ψυγείο».

Γιώργος Ταβουλάρης: Με ατμόσφαιρα οικογενειακή

- Εχεις μεγάλη εμπειρία (24 χρόνια) στον χώρο. Τι ήταν αυτό που δε σου άρεσε και αποφάσισες να αλλάξεις;
«Καταρχάς, αυτή η δουλειά μου αρέσει πάρα πολύ. Έχω αγάπη και μεράκι. Στα μαγαζιά που δούλεψα παλιότερα, έβλεπα πως οι πελάτες έρχονταν μια φορά και μετά δεν ξαναέρχονταν. Όταν αποφάσισα να ανοίξω τη δική μου επιχείρηση, είπα πως δε θα έχω φαγητό από κονσέρβες. Όλα θα είναι φρέσκα. Τα μαγαζιά ίδιους ύφους με το προσέφεραν την ίδια γεύση. Εμείς θέλαμε να δώσουμε κάτι διαφορετικό. Τα ελληνικά ψητά μοιάζουν στα μαγαζιά, έχουν ίδιο πάχος, ίδιο μέγεθος. Εγώ ήθελα να δώσω κάτι πιο ελληνικό, να έχει πιο ελληνική γεύση και εικόνα με φρέσκα λαχανικά. Είμαστε παρόντες για το μαγαζί από τα ψώνια μέχρι αργά το βράδυ».

- Είσαι άνθρωπος που βρίσκεσαι κοντά στον πελάτη, ακόμη κι όταν έχεις πολλή δουλειά. Τι σου δίνει την ώθηση αυτή;
«Είναι τόσο η δική μου προσωπικότητα, όσο το να ευχαριστήσω τον πελάτη. Θέλουμε να δείξουμε και να πουλήσουμε τα ελληνικά προϊόντα, όπως το ελληνικό κρασί. Εχω ανοικτά μπουκάλια και ο πελάτης μπορεί να δοκιμάσει ελεύθερα. Η ατμόσφαιρα είναι οικογενειακή».

- Πως αποφάσισες το διήμερο ρεπό στο μαγαζί σου;
«Πέντε ημέρες είναι αρκετές για να δουλεύει ένας άνθρωπος. Χρειάζεται και προσωπική ζωή. Μένεις στάσιμος αν δουλεύεις συνέχεια και αυτό περνά και στον πελάτη».

- Ψάρι σε Imbiss δεν το συναντούμε.
«Τα Imbiss έχουν εξελιχθεί και δεν είναι αυτά που γνωρίζαμε πριν χρόνια. Από τη στιγμή που υπάρχει καρέκλα και πιάτο χρειάζεται να ανεβάσεις ποιότητα και να προσθέσεις και άλλα πράγματα. Είναι μια μικρή ταβέρνα».

- Πιστεύεις πως αν ο κάθε γαστρονόμος προσφέρει τη δική του σκέψη και διάθεση, όπως όταν τρώει σπίτι του, θα είχε πλεονέκτημα;
«Βέβαια. Ο Ελληνας φημίζεται για την φιλοξενία του και όταν ο Γερμανός από τον Ελληνα περιμένει το κάτι παραπάνω σε σχέση με έναν Ιταλό, που το μόνο που του δίνει είναι μια ειδική γεύση. Στον Ελληνα έρχεται για το καλό φαγητό και την οικογενειακή ατμόσφαιρα. Με τους περισσότερους πελάτες έχω φιλικές σχέσεις».

- Παίζει ρόλο η καλή συνεργασία με τον έμπορο έτσι ώστε να σου προσφέρει ποιοτικό προϊόν;
«Ναι, ισχύει αυτό. Όμως υπάρχει ένα μειονέκτημα για τα ελληνικά προϊόντα. Κάθε φορά έχουν άλλη γεύση, όπως π.χ. το τυρί. Οι ίδιες εταιρίες σου δίνουν άλλη γεύση και δε μας βοηθάει καθόλου για να πουλήσουμε κάποιο πιάτο. Με μια συγκεκριμένη εταιρία που επικοινώνησα μου είπαν πως έχει να κάνει με τον έμπορο και την ποιότητα που θέλει αυτός να εμπορεύεται. Η τιμή, όμως, είναι ίδια παρά την χειρότερη ποιότητα».

- Τι συμβουλή θα έδινες στους Ελληνες συναδέλφους σου;
«Τη δουλειά να μην την κάνουν μόνο για τα λεφτά. Να την κάνουν και με αγάπη, για να έρχονται οι πελάτες ξανά και ξανά».

Κατηγορία ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Στο κοσμοπολίτικο και πολυπολιτισμικό Βερολίνο δύο αδέλφια, ο Νίκος και ο Σαράντης Θεοδώρου με καταγωγή από το Νεοχώρι Σερρών, έχουν μπολιάσει την ελληνική παράδοση με τη σύγχρονη κουζίνα και τις επιθυμίες των πελατών τους.

Το εστιατόριο «τα δύο αδέλφια» διαθέτει ό,τι θα ήθελε ο κάθε επισκέπτης του, που μπορεί να ξεκινήσει από καλό φαγητό και καταλήγοντας σε ένα δροσιστικό κοκτέιλ. Το ανήσυχο πνεύμα, έκανε τον Νίκο Θεοδώρου να ξεκινήσει παράλληλα δύο ακόμη επιχειρήσεις, ενώ το μαγαζί τους έγινε γνωστό και το λουκάνικο που οι ίδιοι φτιάχνουν με ολόφρεσκα υλικά.
Ο Νίκος Θεοδώρου μιλά στον «Europolitis» για την πορεία του στον χώρο και μας εξηγεί τι πρέπει να κάνουν οι συνάδελφοί του από κοινού ώστε να έχουν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα, δηλαδή περισσότερη πελατεία.

- Καταρχάς, Νίκο, κατάγεστε από τις Σέρρες. Ποια ήταν η διαδρομή σου;
«Το χωριό μας, το Νεοχώρι, βρίσκεται κοντά στην Ηράκλεια Σερρών, δίπλα στη λίμνη Κερκίνη. Η περιοχή μας δεν είναι ιδιαίτερα πλούσια, έχουμε όμως παραδοσιακά προϊόντα, όπως τα λουκάνικα, που το φτιάχνουμε εμείς οι ίδιοι και τα προωθούμε στο εστιατόριό μας.
Μεγάλωσα μέσα σε ταβέρνα, ο πατέρας μου ήταν εστιάτορας και είχε ανοίξει μια από τις πρώτες ταβέρνες στο χωριό, αφού γύρισε στην Γερμανία, κι εκεί πήρα τη… μαγιά, απέκτησα εμπειρία. Μετά το σχολείο έφυγα για την Γερμανία όπου παρακολούθησα σχολή γαστρονομίας. Το 1986, λοιπόν, δούλεψα σε μια ταβέρνα, τέσσερα χρόνια μετά επέστρεψα στην Ελλάδα για την στρατιωτική θητεία και όταν γύρισα ανέλαβα το εστιατόριο αυτό, τον Αύγουστο του 1991».

- Ποιες ήταν ακριβώς οι σπουδές σου στην γαστρονομία;
«Εκανα μαθήματα σε κεντρικό ξενοδοχείο της πόλης, και αφού τελείωσα θεώρησα καλό να κάνω την δική μου δουλειά. Θεωρώ πως πέτυχα γιατί δίπλα στο εστιατόριό μου δημιούργησα άλλες δύο επιχειρήσεις».

- Ποια είναι η ταυτότητα του εστιατορίου; Εχετε πλουραλισμό σε πιάτα και ποτά καθώς προσφέρετε και κοκτέιλ.
«Πουλάμε ό,τι πουλάει. Από τη στιγμή που ο κόσμος το ζητάει, το βάζουμε στην γκάμα μας. Δε διαθέτουμε μόνο ρετσίνα, γιατί είμαστε Ελληνες, ή μόνο σουβλάκια, αφού μπορούμε να δώσουμε φρέσκα ψάρια. Θεωρήσαμε ότι είναι καλό να έχουμε στον κατάλογό μας ό,τι… περπατάει».

- Γίνεται κάτι ανάλογο αναφορικά με τον πλουραλισμό στους καταλόγους στα εστιατόρια άλλων εθνικοτήτων εδώ στο Βερολίνο;
«Βεβαίως. Στα ισπανικά, στα ινδικά, στα μεξικάνικα βρίσκεις κοκτέιλ. Ο κόσμος το ζητάει. Ξεκινήσαμε στην αρχή με 10 κοκτέιλ και τώρα προσφέρουμε 50, γιατί εκτός των άλλων υπάρχουν πολλοί τουρίστες οι οποίοι τις βραδινές ώρες βγαίνουν έξω και θέλουν κοκτέιλ μετά το φαγητό τους».

- Θα μπορούσατε να προσφέρετε κοκτέιλ που να βασίζονται σε ελληνικά προϊόντα, όπως την μαστίχα ή το τσίπουρο;
«Το έχουμε δοκιμάσει. Είχαμε βγάλει κοκτέιλ με ούζο το οποίο πήγε καλά. Το ίδιο και με κονιάκ».

- Φτιάχνεις εσύ ο ίδιος τα λουκάνικα του τόπου σου τα οποία τα προωθείς στο μαγαζί. Τι ήταν αυτό που σε ώθησε να προχωρήσεις στην κίνηση αυτή;
«Η αγάπη για τον τόπο μου είναι ο πρώτος λόγος. Είναι ένα παραδοσιακό προϊόν το οποίο αποτελείται από καθαρό κρέας και καρυκεύματα χωρίς συντηρητικά. Είναι πάντα φρέσκο, γιατί το φτιάχνουμε μόνοι μας και ο κόσμος το ζητά και το ξαναζητά. Το βγάλαμε στην χονδρική σε αεροστεγείς συσκευασίες και πωλούνται σε σούπερ μάρκετ».

- Ωστόσο, δεν έμεινες σε αυτά, αλλά δημιούργησες άλλη μια επιχείρηση με καρυκεύματα και μπαχαρικά.
«Την εταιρία την ξεκίνησα το 1996 γνωρίζοντας την αδυναμία του εστιάτορα να εργαστεί πάνω στον τομέα του πιο επαγγελματικά. Βασιστήκαμε πάνω σε μία άλλη εταιρία του Αμβούργου που ζητούσε υπερβολικά ποσά για καρυκεύματα και μείγματα μπαχαρικών. Έχοντας γνώσεις πάνω στο θέμα και έχοντας πελάτη που είχε εργοστάσιο, συνεργαστήκαμε φτιάχνοντας μείγματα μπαχαρικών, μαρινάδες και σος για σαλάτες, προσφέροντας σταθερή ποιότητα και μικρότερο κόστος. Προσαρμοζόμαστε στις σύγχρονες απαιτήσεις των εστιατορίων. Και το πόσο αρέσουν στον κόσμο φαίνεται στο αποτέλεσμα και τη ζήτηση στα εστιατόρια που προμηθεύουμε. Στα καρυκεύματα αυτά έχουμε ελληνικά μπαχαρικά, όπως δυόσμο, ρίγανη, που τα παίρνουμε από Κομοτηνή και Ξάνθη».

- Ακριβώς δίπλα έχεις άλλο ένα μαγαζί, πολύ ιδιαίτερο, πουλώντας μόνο ελληνικά προϊόντα.
«Το μαγαζί αυτό είναι πολύ σπουδαίο για μένα. Βαδίζουμε στον έκτο χρόνο και μέρα με την ημέρα πηγαίνουμε όλο και καλύτερα. Το δημιούργησα γιατί αγαπάω την Ελλάδα, τα ελληνικά προϊόντα και θέλω τόσο ο Ελληνας όσο και ο Γερμανός να τα δοκιμάζουν και να τα προτιμούν. Εκεί υπάρχει μόνο Ελλάδα, με ούζο, κονιάκ, κρασιά, αλλαντικά, τυριά, κασέρια. Πολλή μεγάλη ποικιλία. Ένα μικρό σούπερ μάρκετ. Υπάρχει μεγάλη ανταπόκριση».

- Πώς είναι η πορεία του ελληνικού κρασιού τα τελευταία χρόνια, καθώς βλέπουμε πως ξεφεύγουμε από την κλασική ρετσίνα;
«Πηγαίνει πολύ καλά και το επιβεβαιώνω και από το σούπερ μάρκετ. Είναι πολύ καλά και ποιοτικά σε σχέση με τα ισπανικά και τα ιταλικά. Οι τιμές τους είναι λίγο πιο υψηλές, αλλά αυτό οφείλεται στο ότι η αγορά είναι πολύ ανταγωνιστική. Τα δικά μας κρασιά έχουν μέλλον, προσωπικά τα προωθώ και θα συνεχίσω να το κάνω».

- Τι θα ζήταγες από τους παραγωγούς οίνου ώστε να σας βοηθήσουν στο έργο σας;
«Θα ήταν καλό να τα παρουσιάσουν περισσότερο, να τα διαφημίσουν και να ενισχυθούν οι συνεταιρισμοί εκείνοι που ασχολούνται με τις εξαγωγές».

- Στην Γερμανία υπάρχουν χιλιάδες ελληνικά εστιατόρια, που είναι σαν μικροί πρεσβευτές. Θα έπρεπε να υπάρχει ένας φορέας που θα σας ενώνει έτσι ώστε εσείς οι ίδιοι οι εστιάτορες να καταθέτετε ιδέες και προβληματισμούς για να πάει καλύτερα η ελληνική γαστρονομία; Είναι εφικτό;
«Θα βοηθούσε σίγουρα, αλλά θεωρώ δύσκολο να φέρουμε όλους αυτούς τους ανθρώπους κάτω από μία στέγη και να υπάρξει μια τέτοια συνεργασία με έναν κοινό σκοπό. Θα ήταν ωραίο, αλλά είναι ίσως ακατόρθωτο. Ο καθένας έχει τα προσωπικά του ζητήματα και δε νομίζω ότι θα μπει σε μια τέτοια διαδικασία να μιλά με άλλους για τα προβλήματά του».

- Είναι πρόβλημα ότι ο Ελληνας εστιάτορας δεν βρίσκει εξειδικευμένο προσωπικό; Θα μπορούσε να δημιουργηθεί από κοινού ένας χώρος εκπαίδευσης νέων στελεχών;
«Σίγουρα είναι πρόβλημα. Θα ήταν μια ωραία κίνηση αυτή. Αλλά οι εστιάτορες θα πληρώσουν όπως αρμόζει ένα ειδικευμένο άτομο, περισσότερο δηλαδή από ένα ανειδίκευτο, ή θα στραφούν σε κάποιον χωρίς γνώσεις δίνοντάς του λιγότερα; Μακροπρόθεσμα, επιλέγοντας μη εξειδικευμένα άτομα για την δουλειά του, θα είναι ζημιογόνο. Κερδοφόρο θα είναι για την τσέπη του επιχειρηματία μόνο στην αρχή. Κάποιος που ξέρει τη δουλειά θα κερδίσει την πελάτη και θα γίνονται λιγότερα λάθη, που προκαλούν ζημιά».

- Αν σου έδινε την ευκαιρία ένας φορέας, δίνοντας ένα λογικό ποσό, να τρέξει μια κοινή διαφημιστική καμπάνια, θα σ’ενδιέφερε;
«Βεβαίως. Δεν πρέπει να πάψουμε να ενδιαφερόμαστε για το καλύτερο, δεν πρέπει να εφησυχάζουμε, γιατί ο ανταγωνισμός δεν κοιμάται ποτέ και στο τέλος δεν πρέπει να χάσουμε το παιχνίδι».

- Υποχωρεί η ελληνική κουζίνα σε σχέση με τα άλλα εστιατόρια;
«Όχι, ειδικά στο Βερολίνο έχουν αυξηθεί τα ελληνικά εστιατόρια. Κάποια βέβαια δεν δουλεύουν πολύ καλά, άλλα πάλι πάνε εξαιρετικά. Σε γενικές γραμμές ο Γερμανός τα προτιμά».

- Κλείνοντας, τι μήνυμα θα έστελνες στους συναδέλφους σου για το μέλλον;
«Αν καταφέρουμε, κάποια στιγμή, να δημιουργήσουμε έναν κοινό φορέα θα ήταν μια καλή εξέλιξη, ώστε να μπορεί να εξειδικευτεί το προσωπικό, να εκπαιδευτεί, έστω μέσω σεμιναρίων».

Κατηγορία ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Υλικά για τον αγριόχοιρο:
2kg σπάλα αγριόχοιρου


Για τη μαρινάδα:
Σε ένα μπολ προσθέτουμε

50gr σιναπόσπορο
150ml λευκό βαλσάμικο
80ml ελαιόλαδο
200ml κόκκινο κρασί ημίγλυκο
πιπέρι κόκκους
3- 4 φύλλα δάφνης
4 κρεμμύδια κομμένα φέτες
4 καρότα χονδροκομμένα
100ml χαρουπόμελο
και 4 σκελίδες σκόρδο
Περιχύνουμε τη μαρινάδα στο κομμάτι του κρέατος και το αφήνουμε σκεπασμένο στο ψυγείο για τουλάχιστον 24 ώρες.

Εκτέλεση:

Παίρνουμε μία γάστρα ή ένα ταψί το οποίο θα το σκεπάσουμε με λαδόκολλα και αλουμινόχαρτο πριν το βάλουμε στο φούρνο και προσθέτουμε το κρέας με όση μαρινάδα έχει απομείνει. Αν την έχει απορροφήσει όλη προσθέτουμε 700ml ζωμό λαχανικών και κλείνουμε ερμητικά το σκεύος μας για να μην υπάρχει απώλεια υγρών και εν συνεχεία υδρατμών με αποτέλεσμα το κρέας να μας στεγνώσει.
Ψήνουμε στους 170οC για περίπου 2μιση με 3 ώρες. Με τα ίδια τα υγρά του αναλόγως την επιθυμητή ρευστότητα που θέλουμε σερβίρουμε αφού πρώτα την περάσουμε από ψιλό σιτάκι.

από τον Chef Βασίλη Μπερμεράκη

Κατηγορία ΣΥΝΤΑΓΕΣ

Τη Δευτέρα ξεκινά με την εαρινή ισημερία η Άνοιξη η διάρκεια της οποίας μειώνεται 1 λεπτό κάθε χρόνο, ενώ ο χειμώνας μειώνεται κατά μισό λεπτό ετησίως

Το μεσημέρι της Δευτέρας 20 Μαρτίου και συγκεκριμένα στις 12:29 ώρα Ελλάδας θα υπάρξει εαρινή ισημερία. Θα αρχίσει έτσι και επίσημα η άνοιξη του 2017 στο βόρειο ημισφαίριο, στο οποίο ανήκει και η χώρα μας. Αντίστροφα, στο νότιο ημισφαίριο θα ξεκινήσει το φθινόπωρο.

Τη Δευτέρα ο Ήλιος θα λάμπει κάθετα πάνω από τον Ισημερινό της Γης και η διάρκεια της μέρας και της νύχτας θα είναι περίπου ίδια. Μετά τις 20 Μαρτίου, στο βόρειο ημισφαίριο, και στην Ελλάδα, η μέρα θα μεγαλώνει συνεχώς σε βάρος της νύχτας έως το θερινό ηλιοστάσιο, ενώ το αντίστροφο θα συμβεί στο νότιο ημισφαίριο, όπως αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ σε τηλεγράφημά του.

Οι ισημερίες -η εαρινή και η φθινοπωρινή- καθορίζουν την έναρξη της άνοιξης και του φθινοπώρου, ενώ τα ηλιοστάσια -το θερινό και το χειμερινό- προσδιορίζουν την έναρξη του καλοκαιριού και του χειμώνα αντίστοιχα. Η άνοιξη δεν έχει σταθερή ημερομηνία έναρξης και η πρώτη μέρα της ποικίλει ανάμεσα στις 19 (πιο σπάνια), στις 20 (συνήθως) και στις 21 Μαρτίου, ανάλογα με το έτος.

Για μια ακόμη χρονιά φέτος θα συνεχιστεί η ανεπαίσθητη συρρίκνωση της διάρκειας της άνοιξης, η οποία θα είναι πιο σύντομη κατά σχεδόν ένα λεπτό της ώρας σε σχέση με πέρυσι. Εδώ και χιλιάδες χρόνια, η άνοιξη μικραίνει στο βόρειο ημισφαίριο και ό,τι χάνει, το κερδίζει σε διάρκεια το καλοκαίρι.

Σήμερα, στο βόρειο ημισφαίριο ο χειμώνας διαρκεί περίπου 89 μέρες (λιγότερες από όλες τις εποχές), η άνοιξη σχεδόν 93 μέρες, το καλοκαίρι σχεδόν 94 μέρες (περισσότερες από όλες τις εποχές) και το φθινόπωρο σχεδόν 90 μέρες. Συνολικά, η θερμότερη περίοδος του έτους (άνοιξη και καλοκαίρι) είναι περίπου μία εβδομάδα μεγαλύτερη σε διάρκεια από την ψυχρότερη (φθινόπωρο και χειμώνας).

Η διάρκεια της άνοιξης μειώνεται περίπου ένα λεπτό της ώρας κάθε χρόνο, ενώ ο χειμώνας μειώνεται σχεδόν κατά μισό λεπτό ετησίως. Αντίστροφα, η διάρκεια του καλοκαιριού μεγαλώνει με ετήσιο ρυθμό ενός λεπτού (που χάνει η άνοιξη), ενώ του φθινοπώρου αυξάνει κατά μισό λεπτό (που χάνει ο χειμώνας).

Έτσι, όσο περνάνε τα χρόνια, το καλοκαίρι μεγαλώνει σε βάρος της άνοιξης και το φθινόπωρο σε βάρος του χειμώνα. Υπολογίζεται ότι το έτος 3000 το καλοκαίρι θα διαρκεί 93,92 μέρες στο βόρειο ημισφαίριο, η άνοιξη 91,97 μέρες, το φθινόπωρο 90,61 μέρες και ο χειμώνας 88,74.

Κατηγορία ΕΙΔΗΣΕΙΣ

Με ποσοστό 100% ο Μάρτιν Σουλτς εξελέγη σήμερα νέος πρόεδρος των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών (SPD) σε έκτακτο συνέδριο. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει τις θέσεις του για τον προεκλογικό αγώνα.

«Αυτό το αποτέλεσμα είναι η αφετηρία για να κατακτήσουμε την καγκελαρία» δήλωσε ο Μάρτιν Σουλτς μετά την ανακοίνωση του αποτελέσματος το απόγευμα της Κυριακής: επί συνόλου 605 έγκυρων ψήφων στο συνέδριο του SPD στο Βερολίνο, ο Σουλτς έλαβε 605 ψήφους. Οι σύνεδροι κάνουν λόγο για ιστορικό αποτέλεσμα. Έτσι, από σήμερα ο πρώην πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου διαδέχεται και επισήμως στην ηγεσία του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος τον Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, ο οποίος εν τω μεταξύ έχει μεταπηδήσει στο υπουργείο Εξωτερικών. Πριν από την εσωκομματική κάλπη είχε προηγηθεί μία μεγάλης διάρκειας, συναισθηματικά φορτισμένη ομιλία του Μάρτιν Σουλτς, που προκάλεσε ενθουσιώδη χειροκροτήματα. Σε αυτήν ο σοσιαλδημοκράτης πολιτικός ανακοίνωσε μερικές από τις κύριες προτεραιότητές του, ενόψει των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου.

Συγκεκριμένα, ο υποψήφιος του SPD έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην καταπολέμηση των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά και των ανισοτήτων στην εκπαίδευση, στην υγεία και στην πολιτική για τη στήριξη της οικογένειας. Παράλληλα, αναφέρθηκε στο προσφυγικό ζήτημα και επεσήμανε την ανάγκη για κοινή ευρωπαϊκή λύση, αλλά και για επιβολή κυρώσεων στις χώρες που αρνούνται να συνεργαστούν.

Επιπλέον, έστειλε αυστηρό μήνυμα στον πρόεδρο της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, λέγοντας ότι δεν θα ανεχθεί συγκρίσεις της σημερινής Γερμανίας με τους ναζί και μάλιστα αυτό ισχύει «όχι μόνο για την Τουρκία, αλλά και για άλλες χώρες». Μέχρι στιγμής, σε παλαιότερες δημόσιες εμφανίσεις του, ο Σουλτς είχε αναφέρει ότι σε περίπτωση νίκης στις εκλογές του Σεπτεμβρίου θα διορθώσει ορισμένα «λάθη» της μεταρρυθμιστικής Ατζέντας 2010 που φέρει την υπογραφή του τελευταίου σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Κατηγορία ΓΕΡΜΑΝΙΑ
Σελίδα 1 από 3

Η Ελληνική Εφημερίδα στην Ευρώπη-

DIE GRIECHISCHE ZEITUNG IN EUROPA

Am Schomm 40, 41199 Mönchengladbach  
Telefon: +49 2166 64 78 733 
E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

Εγγραφή σε Newsletter

Εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε τα νέα του Europolitis.eu
captcha 
×

Το Europolitis.eu χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. OK     Διαβάστε περισσότερα...