Μικρές Αγγελίες - Kleinanzeigen                Επαγγελματικός Οδηγός - Branchenbuch

  

Η γερμανική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,2% το 2017, τον ισχυρότερο σε έξι χρόνια και υψηλότερο σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις που ανακοίνωσε σήμερα η ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία της χώρας.


Η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία επωφελείται από την αυξανόμενη ιδιωτική κατανάλωση και την ενίσχυση των εξαγωγών χάρη στην ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας.

Οικονομολόγοι σε έρευνα του Reuters ανέμεναν το ΑΕΠ να αυξηθεί κατά 2,4% ύστερα από αύξηση κατά 1,9% ένα χρόνο νωρίτερα. Σύμφωνα με τα προσαρμοσμένα στοιχεία, ο ρυθμός ανάπτυξης του 2017 διαμορφώθηκε στο 2,5%, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία. 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ, Reuters

Η γερμανική οικονομία αναπτύχθηκε με ρυθμό 2,2% το 2017, τον ισχυρότερο σε έξι χρόνια και υψηλότερο σε σχέση με ένα χρόνο νωρίτερα, σύμφωνα με τις προκαταρκτικές εκτιμήσεις που ανακοίνωσε σήμερα η ομοσπονδιακή στατιστική υπηρεσία της χώρας.


Η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία επωφελείται από την αυξανόμενη ιδιωτική κατανάλωση και την ενίσχυση των εξαγωγών χάρη στην ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας.

Οικονομολόγοι σε έρευνα του Reuters ανέμεναν το ΑΕΠ να αυξηθεί κατά 2,4% ύστερα από αύξηση κατά 1,9% ένα χρόνο νωρίτερα. Σύμφωνα με τα προσαρμοσμένα στοιχεία, ο ρυθμός ανάπτυξης του 2017 διαμορφώθηκε στο 2,5%, σύμφωνα με τη στατιστική υπηρεσία. 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ, Reuters

Ο γάμος του πρίγκιπα Χάρι με την αμερικανίδα ηθοποιό Μέγκαν Μαρκλ αναμένεται να ενισχύσει τη βρετανική οικονομία κατά 500 εκατομμύρια λίρες καθώς θα προσελκύσει πολλούς τουρίστες στη χώρα, ενώ και οι ίδιοι οι Βρετανοί θα συνεισφέρουν στην ενίσχυση της οικονομίας τους καθώς πρόκειται να τον γιορτάσουν, όπως προκύπτει από εκτίμηση.


Ο Χάρι, ο εγγονός της βασίλισσας Ελισάβετ και πέμπτος στη σειρά διαδοχής του βρετανικού θρόνου, θα παντρευτεί τη Μαρκλ στις 19 Μαΐου στο Κάστρο του Ουίνδσορ, το βασιλικό ανάκτορο και κατοικία των βρετανών βασιλέων και βασιλισσών επί σχεδόν 1.000 χρόνια. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ο γάμος του πρίγκιπα Ουίλιαμ, του μεγαλύτερου αδελφού του Χάρι, με την Κέιτ Μίντλετον τον Απρίλιο του 2011 οδήγησε στην αύξηση κατά 350.000 των επισκεπτών στο Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση με τον ίδιο μήνα ένα χρόνο πριν και η εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων Brand Finance προβλέπει ανάλογη αύξηση για τον ερχόμενο Μάιο. Συνολικά εκτιμά ότι ο γάμος του Χάρι θα αποφέρει περίπου 500 εκατομμύρια στερλίνες. "Θεωρούμε ότι σχεδόν 200 εκατομμύρια στερλίνες (περίπου 226 εκατομμύρια ευρώ) θα προέλθουν από τον τουρισμό, τα ταξίδια, τα ξενοδοχεία", δήλωσε στο Reuters ο εκτελεστικός διευθυντής της εταιρείας Ντέιβιντ Χέι.

Σχεδόν 150 εκατομμύρια λίρες θα δαπανηθούν από εκείνους που θα κάνουν πάρτι για να γιορτάσουν το γεγονός και περί τα 50 εκατομμύρια από τους καταναλωτές που θα αγοράσουν μπλουζάκια, καπέλα και άλλα σουβενίρ, σύμφωνα με τον ίδιο. Εξάλλου σχεδόν 100 εκατομμύρια λίρες εκτιμάται ότι θα κοστίζει η δωρεάν διαφήμιση του γάμου για τη Βρετανία σε παγκόσμιο επίπεδο, πρόσθεσε ο Χέι. "Θα ενισχύσει μαζικά την οικονομία, θα είναι φανταστικό να έρθει τόσος κόσμος εδώ για τον γάμο και να πραγματοποιηθεί εδώ το μυστήριο", δήλωσε ο Άντριου Λι, ο διευθυντής του ξενοδοχείου Harte and Garter που βρίσκεται απέναντι απο το Κάστρο του Ουίνδσορ.

Οι επικεφαλής του τουριστικού τομέα στη χώρα ήδη προβλέπουν ότι το 2018 θα είναι μια πολύ επιτυχημένη χρονιά για τη βιομηχανία στο οποίο θα συμβάλει και η πτώση της στερλίνας που έχει καταγραφεί μετά το δημοψήφισμα του 2016 για έξοδο από την ΕΕ και που έχει προσελκύσει τουρίστες ενώ έχει αποτρέψει τους Βρετανούς από ταξίδια στο εξωτερικό. Ο Εθνικός Οργανισμός Τουρισμού της χώρας, το VisitBritain, εκτιμά ότι το 2018, περίπου 41,7 εκατομμύρια άνθρωποι θα επισκεφθούν το Ηνωμένο Βασίλειο και αυτό θα αποφέρει 26,9 δισ. λίρες. 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ο γάμος του πρίγκιπα Χάρι με την αμερικανίδα ηθοποιό Μέγκαν Μαρκλ αναμένεται να ενισχύσει τη βρετανική οικονομία κατά 500 εκατομμύρια λίρες καθώς θα προσελκύσει πολλούς τουρίστες στη χώρα, ενώ και οι ίδιοι οι Βρετανοί θα συνεισφέρουν στην ενίσχυση της οικονομίας τους καθώς πρόκειται να τον γιορτάσουν, όπως προκύπτει από εκτίμηση.


Ο Χάρι, ο εγγονός της βασίλισσας Ελισάβετ και πέμπτος στη σειρά διαδοχής του βρετανικού θρόνου, θα παντρευτεί τη Μαρκλ στις 19 Μαΐου στο Κάστρο του Ουίνδσορ, το βασιλικό ανάκτορο και κατοικία των βρετανών βασιλέων και βασιλισσών επί σχεδόν 1.000 χρόνια. Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία, ο γάμος του πρίγκιπα Ουίλιαμ, του μεγαλύτερου αδελφού του Χάρι, με την Κέιτ Μίντλετον τον Απρίλιο του 2011 οδήγησε στην αύξηση κατά 350.000 των επισκεπτών στο Ηνωμένο Βασίλειο σε σχέση με τον ίδιο μήνα ένα χρόνο πριν και η εταιρεία συμβούλων επιχειρήσεων Brand Finance προβλέπει ανάλογη αύξηση για τον ερχόμενο Μάιο. Συνολικά εκτιμά ότι ο γάμος του Χάρι θα αποφέρει περίπου 500 εκατομμύρια στερλίνες. "Θεωρούμε ότι σχεδόν 200 εκατομμύρια στερλίνες (περίπου 226 εκατομμύρια ευρώ) θα προέλθουν από τον τουρισμό, τα ταξίδια, τα ξενοδοχεία", δήλωσε στο Reuters ο εκτελεστικός διευθυντής της εταιρείας Ντέιβιντ Χέι.

Σχεδόν 150 εκατομμύρια λίρες θα δαπανηθούν από εκείνους που θα κάνουν πάρτι για να γιορτάσουν το γεγονός και περί τα 50 εκατομμύρια από τους καταναλωτές που θα αγοράσουν μπλουζάκια, καπέλα και άλλα σουβενίρ, σύμφωνα με τον ίδιο. Εξάλλου σχεδόν 100 εκατομμύρια λίρες εκτιμάται ότι θα κοστίζει η δωρεάν διαφήμιση του γάμου για τη Βρετανία σε παγκόσμιο επίπεδο, πρόσθεσε ο Χέι. "Θα ενισχύσει μαζικά την οικονομία, θα είναι φανταστικό να έρθει τόσος κόσμος εδώ για τον γάμο και να πραγματοποιηθεί εδώ το μυστήριο", δήλωσε ο Άντριου Λι, ο διευθυντής του ξενοδοχείου Harte and Garter που βρίσκεται απέναντι απο το Κάστρο του Ουίνδσορ.

Οι επικεφαλής του τουριστικού τομέα στη χώρα ήδη προβλέπουν ότι το 2018 θα είναι μια πολύ επιτυχημένη χρονιά για τη βιομηχανία στο οποίο θα συμβάλει και η πτώση της στερλίνας που έχει καταγραφεί μετά το δημοψήφισμα του 2016 για έξοδο από την ΕΕ και που έχει προσελκύσει τουρίστες ενώ έχει αποτρέψει τους Βρετανούς από ταξίδια στο εξωτερικό. Ο Εθνικός Οργανισμός Τουρισμού της χώρας, το VisitBritain, εκτιμά ότι το 2018, περίπου 41,7 εκατομμύρια άνθρωποι θα επισκεφθούν το Ηνωμένο Βασίλειο και αυτό θα αποφέρει 26,9 δισ. λίρες. 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η Βρετανία δεν έχει πραγματοποιήσει επίσημη ανάλυση ανά τομέα για τον αντίκτυπο που θα έχει η αποχώρησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση στη βρετανική οικονομία, δήλωσε σήμερα ο υπουργός για το Brexit Ντέιβιντ Ντέιβις, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο επί του παρόντος.


Τα σχόλιά του πυροδότησαν αντιδράσεις αναφορικά με τους χειρισμούς της κυβέρνησης στην περίπλοκη διαδικασία διαζυγίου, σε μια εποχή κατά την οποία οι συνομιλίες με τις Βρυξέλλες έχουν καθυστερήσει λόγω διαμάχης για το πώς θα διευθετηθούν τα ιρλανδικά σύνορα μετά το Brexit. «Δεν υπάρχει εκτίμηση για τον συστημικό αντίκτυπο, εξ’ όσων γνωρίζω», δήλωσε ο Ντέιβις σε επιτροπή του κοινοβουλίου, λέγοντας ότι θα είναι πιο κατάλληλο να διενεργηθεί μια τέτοια ανάλυση αργότερα κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης. Άμεση ήταν η αντίδραση άλλων μελών επιτροπής, που υποστήριξαν ότι ο Ντέιβις αντικρούει προηγούμενη δήλωσή του ότι η κυβέρνηση είχε πολύ λεπτομερείς αναλύσεις για τον αντίκτυπο από το Brexit.

Το κοινοβούλιο μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία του Brexit, μπλοκάροντας ή τροποποιώντας τη νομοθεσία που η κυβέρνηση έχει προτείνει για να θέσει σε ισχύ το διαζύγιο.

Ο Ντέιβις και η ομάδα των υπουργών του έχουν δηλώσει ότι η ανάλυση ανά τομέα δεν είναι η επίσημη εκτίμηση για τον αντίκτυπο – ένα τεχνικού χαρακτήρα έγγραφο που κατατίθεται στο κοινοβούλιο – και ότι η δημοσιοποίηση της δουλειάς που έχουν κάνει μπορεί να υπονομεύσει τη διαπραγματευτική θέση της Βρετανίας. Ωστόσο, οι βουλευτές πιέζουν την κυβέρνηση να δημοσιοποιήσει μια περίληψη της ανάλυσής της στην επιτροπή. Σήμερα, παραπονέθηκαν ότι η ανάλυση που τους έχει δοθεί είναι ατελής και ζήτησαν περισσότερες λεπτομέρειες.

«Σε κάποια φάση θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να ποσοτικοποιήσουμε τον αντίκτυπο από διάφορες εκβάσεις της διαπραγμάτευσης όσο προχωρούμε σε αυτές – λαμβάνοντας υπόψιν ότι δεν έχουμε ακόμα ξεκινήσει τη δεύτερη φάση (των διαπραγματεύσεων)», δήλωσε ο Ντέιβις αναφερόμενος στη δεύτερη φάση των συνομιλιών που θα επικεντρωθούν στο εμπόριο. Δήλωσε ότι αυτές οι εκτιμήσεις θα εξετάζουν τον αντίκτυπο διαφορετικών εκβάσεων σε τομείς, όπως αυτούς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της μεταποίησης και της γεωργίας. 

 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η Βρετανία δεν έχει πραγματοποιήσει επίσημη ανάλυση ανά τομέα για τον αντίκτυπο που θα έχει η αποχώρησή της από την Ευρωπαϊκή Ένωση στη βρετανική οικονομία, δήλωσε σήμερα ο υπουργός για το Brexit Ντέιβιντ Ντέιβις, υποστηρίζοντας ότι κάτι τέτοιο δεν είναι απαραίτητο επί του παρόντος.


Τα σχόλιά του πυροδότησαν αντιδράσεις αναφορικά με τους χειρισμούς της κυβέρνησης στην περίπλοκη διαδικασία διαζυγίου, σε μια εποχή κατά την οποία οι συνομιλίες με τις Βρυξέλλες έχουν καθυστερήσει λόγω διαμάχης για το πώς θα διευθετηθούν τα ιρλανδικά σύνορα μετά το Brexit. «Δεν υπάρχει εκτίμηση για τον συστημικό αντίκτυπο, εξ’ όσων γνωρίζω», δήλωσε ο Ντέιβις σε επιτροπή του κοινοβουλίου, λέγοντας ότι θα είναι πιο κατάλληλο να διενεργηθεί μια τέτοια ανάλυση αργότερα κατά τη διαδικασία διαπραγμάτευσης. Άμεση ήταν η αντίδραση άλλων μελών επιτροπής, που υποστήριξαν ότι ο Ντέιβις αντικρούει προηγούμενη δήλωσή του ότι η κυβέρνηση είχε πολύ λεπτομερείς αναλύσεις για τον αντίκτυπο από το Brexit.

Το κοινοβούλιο μπορεί να έχει καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία του Brexit, μπλοκάροντας ή τροποποιώντας τη νομοθεσία που η κυβέρνηση έχει προτείνει για να θέσει σε ισχύ το διαζύγιο.

Ο Ντέιβις και η ομάδα των υπουργών του έχουν δηλώσει ότι η ανάλυση ανά τομέα δεν είναι η επίσημη εκτίμηση για τον αντίκτυπο – ένα τεχνικού χαρακτήρα έγγραφο που κατατίθεται στο κοινοβούλιο – και ότι η δημοσιοποίηση της δουλειάς που έχουν κάνει μπορεί να υπονομεύσει τη διαπραγματευτική θέση της Βρετανίας. Ωστόσο, οι βουλευτές πιέζουν την κυβέρνηση να δημοσιοποιήσει μια περίληψη της ανάλυσής της στην επιτροπή. Σήμερα, παραπονέθηκαν ότι η ανάλυση που τους έχει δοθεί είναι ατελής και ζήτησαν περισσότερες λεπτομέρειες.

«Σε κάποια φάση θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για να ποσοτικοποιήσουμε τον αντίκτυπο από διάφορες εκβάσεις της διαπραγμάτευσης όσο προχωρούμε σε αυτές – λαμβάνοντας υπόψιν ότι δεν έχουμε ακόμα ξεκινήσει τη δεύτερη φάση (των διαπραγματεύσεων)», δήλωσε ο Ντέιβις αναφερόμενος στη δεύτερη φάση των συνομιλιών που θα επικεντρωθούν στο εμπόριο. Δήλωσε ότι αυτές οι εκτιμήσεις θα εξετάζουν τον αντίκτυπο διαφορετικών εκβάσεων σε τομείς, όπως αυτούς των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, της μεταποίησης και της γεωργίας. 

 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Η γερμανική οικονομία αντιμετωπίζει μία σειρά κινδύνων, αλλά οι επενδυτές πιθανόν να τους αγνοούν λόγω της οκταετούς ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας , αναφέρει η κεντρική τράπεζα (Μπούντεσμπανκ) στην τακτική έκθεσή της για τη σταθερότητα.


«Υπάρχει ο κίνδυνος ότι τα χαμηλά επιτόκια και οι ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες στη Γερμανία θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους παράγοντες της αγοράς να υποεκτιμήσουν τους κινδύνους», σημειώνει η έκθεση, προσθέτοντας: «Οι κίνδυνοι έχουν αυξηθεί ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης περιόδου χαμηλών επιτοκίων - οι αποτιμήσεις πολλών επενδύσεων είναι πολύ υψηλές και αυξάνεται σταθερά το ποσοστό των επενδύσεων με χαμηλό επιτόκιο στους ισολογισμούς των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών».

Ο τραπεζικός τομέας είναι επί του παρόντος ισχυρός και ικανός να αντιμετωπίσει τους κινδύνους, αλλά τα χαμηλά επιτόκια απειλούν τη μακροπρόθεσμη κερδοφορία του, αυξάνοντας τα κίνητρα των τραπεζών να αναλαμβάνουν μεγαλύτερους κινδύνους με την ελπίδα υψηλότερων αποδόσεων, προσθέτει η έκθεση.

Οι αξίες των κατοικιών μπορεί να είναι 15-30% υπερτιμημένες και, ενώ οι κίνδυνοι από τα στεγαστικά δάνεια φαίνονται ακόμη περιορισμένοι, μία αντιστροφή των αξιών μπορεί να έχει «τεράστια» επίπτωση στις τράπεζες, αναφέρει η Μπούντεσμπανκ.

Οι γερμανικές τράπεζες είναι μεταξύ των λιγότερο αποδοτικών στην Ευρώπη, με την απόδοση επί του ενεργητικού τους να είναι η χαμηλότερη στην περιοχή και τον λόγο του κόστους προς τα έσοδά τους να διαμορφώνεται στο 74,9%, που είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη.

«Το χαμηλό επίπεδο κερδοφορίας θα μπορούσε να αυξήσει το κίνητρο ανάληψης μεγαλύτερου κινδύνου για την επίτευξη μεγαλύτερων αποδόσεων», σημειώνει η έκθεση, προσθέτοντας ότι μία μη αναμενόμενη μακρά περίοδος χαμηλών επιτοκίων θα συνεχίσει να ασκεί πιέσεις σε μικρού και μεσαίου μεγέθους τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες, ειδικότερα. 

 

 

ΑΜΠΕ-ΜΠΕ

Η γερμανική οικονομία αντιμετωπίζει μία σειρά κινδύνων, αλλά οι επενδυτές πιθανόν να τους αγνοούν λόγω της οκταετούς ανάπτυξης της οικονομίας της χώρας , αναφέρει η κεντρική τράπεζα (Μπούντεσμπανκ) στην τακτική έκθεσή της για τη σταθερότητα.


«Υπάρχει ο κίνδυνος ότι τα χαμηλά επιτόκια και οι ευνοϊκές οικονομικές συνθήκες στη Γερμανία θα μπορούσαν να οδηγήσουν τους παράγοντες της αγοράς να υποεκτιμήσουν τους κινδύνους», σημειώνει η έκθεση, προσθέτοντας: «Οι κίνδυνοι έχουν αυξηθεί ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια της παρατεταμένης περιόδου χαμηλών επιτοκίων - οι αποτιμήσεις πολλών επενδύσεων είναι πολύ υψηλές και αυξάνεται σταθερά το ποσοστό των επενδύσεων με χαμηλό επιτόκιο στους ισολογισμούς των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών».

Ο τραπεζικός τομέας είναι επί του παρόντος ισχυρός και ικανός να αντιμετωπίσει τους κινδύνους, αλλά τα χαμηλά επιτόκια απειλούν τη μακροπρόθεσμη κερδοφορία του, αυξάνοντας τα κίνητρα των τραπεζών να αναλαμβάνουν μεγαλύτερους κινδύνους με την ελπίδα υψηλότερων αποδόσεων, προσθέτει η έκθεση.

Οι αξίες των κατοικιών μπορεί να είναι 15-30% υπερτιμημένες και, ενώ οι κίνδυνοι από τα στεγαστικά δάνεια φαίνονται ακόμη περιορισμένοι, μία αντιστροφή των αξιών μπορεί να έχει «τεράστια» επίπτωση στις τράπεζες, αναφέρει η Μπούντεσμπανκ.

Οι γερμανικές τράπεζες είναι μεταξύ των λιγότερο αποδοτικών στην Ευρώπη, με την απόδοση επί του ενεργητικού τους να είναι η χαμηλότερη στην περιοχή και τον λόγο του κόστους προς τα έσοδά τους να διαμορφώνεται στο 74,9%, που είναι το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωζώνη.

«Το χαμηλό επίπεδο κερδοφορίας θα μπορούσε να αυξήσει το κίνητρο ανάληψης μεγαλύτερου κινδύνου για την επίτευξη μεγαλύτερων αποδόσεων», σημειώνει η έκθεση, προσθέτοντας ότι μία μη αναμενόμενη μακρά περίοδος χαμηλών επιτοκίων θα συνεχίσει να ασκεί πιέσεις σε μικρού και μεσαίου μεγέθους τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες, ειδικότερα. 

 

 

ΑΜΠΕ-ΜΠΕ

Αύξηση του ΑΕΠ κατά 0,9% το τρέχον έτος και κατά 2,0% το 2018 προβλέπει το Γερμανικό Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων για την Ελλάδα, ενώ παράλληλα εκτιμά ότι η ανεργία θα κυμανθεί φέτος στο 21,5% και την επόμενη χρονιά θα περιοριστεί περί το 20%.


Στην 460σέλιδη έκθεσή τους, που παρέδωσαν χθες στην Καγκελάριο Άγγελα Μέρκελ και έδωσαν αργότερα στη δημοσιότητα, οι πέντε «Σοφοί» της γερμανικής οικονομίας διατυπώνουν την εκτίμηση ότι η ανάπτυξη στην Γερμανία θα φτάσει για το 2017 το 2,0%, ενώ το 2018 θα ανέβει στο 2,2%, αναθεωρώντας έτσι επί τα βελτίω την προ εξαμήνου πρόβλεψή τους (1,4% και 1,6% αντίστοιχα). Σύμφωνα με τους ίδιους, η Ευρωζώνη θα σημειώσει ανάπτυξη 2,3% το 2017 και 2,1% το 2018.

Στο πλαίσιο της διερεύνησης των παραμέτρων σταθερότητας της Ευρωζώνης, οι διακεκριμένοι γερμανοί οικονομολόγοι αναφέρονται στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια, επισημαίνοντας ότι τις περισσότερες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας έχουν εφαρμόσει οι χώρες με υψηλό ποσοστό ανεργίας, αλλά και με το μεγαλύτερο δημόσιο χρέος, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιταλία και η Πορτογαλία. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση της απασχόλησης στην Ελλάδα και στην Ισπανία διαδραματίζει ήδη από το 2013 ο κλάδος του τουρισμού.

Σε αυτόν τον τομέα, τονίζεται, η απασχόληση αυξάνεται με γρηγορότερο ρυθμό από ό,τι σε άλλους κλάδους της οικονομίας. «Αυτή η θετική εξέλιξη αντικατοπτρίζει την εξαιρετική ανάπτυξη του τουρισμού στη Νότια Ευρώπη και ευνοείται από το γεγονός ότι σε αυτόν τον τομέα, οι απαιτήσεις προσόντων είναι συγκριτικά χαμηλότερες», αναφέρεται στην έκθεση, ενώ επισημαίνεται ότι παραμένει ανοιχτό το αν η ανάπτυξη στον τουρισμό θα συνεχιστεί με αυτόν τον ρυθμό στην περίπτωση που περιοριστεί η πολιτική αστάθεια σε άλλες χώρες της περιοχής. Σε ό,τι αφορά το χρέος στην Ευρωζώνη, οι γερμανοί «Σοφοί» αναφέρουν σε άλλο σημείο της έκθεσής τους ότι το ποσοστό επί του ΑΕΠ δίνει μια πρώτη εντύπωση βιωσιμότητας των δημοσιονομικών, δεν λέει όμως τίποτα όσον αφορά για παράδειγμα το χρονοδιάγραμμα των υποχρεώσεων εξυπηρέτησης του οφειλόμενου χρέους. «Έτσι μπορεί, όπως στην περίπτωση της Ελλάδας, ένας πολύ υψηλός δείκτης χρέους επί του ΑΕΠ να συνδέεται με μικρές υποχρεώσεις πληρωμών για την εξυπηρέτηση του χρέους σε μεγάλο χρονικό διάστημα.

Επιπλέον, ο δείκτης δεν δείχνει αν ένα κράτος είναι χρεωμένο στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό, στο δικό του ή σε ξένο νόμισμα, αν και αυτό επηρεάζει τις δυνατότητες μείωσης του χρέους, για παράδειγμα μέσω του πληθωρισμού», συμπληρώνουν.

Οι πέντε οικονομολόγοι αναφέρονται ακόμη στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ) και στην συζήτηση σχετικά με τον μελλοντικό του ρόλο, ενδεχομένως ως Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου. Κατά την άποψή τους, «ο ΕΜΣ αποτελεί ένα σημαντικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής της Ευρωζώνης και δεν πρέπει να εγκαταλειφθεί, ή να ενσωματωθεί σε κάποιον ευρωπαϊκό θεσμό». Η περαιτέρω εξέλιξή του όμως, προειδοποιούν, «δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να μετατρέψει τον ΕΜΣ σε μηχανισμό αναδιανομής». Αντιθέτως, θα πρέπει να εξεταστούν επιλογές οι οποίες ενισχύουν τα κίνητρα των κρατών-μελών για την αποτροπή κρίσεων, τονίζουν.

 

 

ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τα γερμανικά Εμπορικά Επιμελητήρια DIHK αναθεώρησαν ανοδικά την πρόβλεψή τους για το ρυθμό ανάπτυξης της μεγαλύτερης οικονομίας στην Ευρώπη στο 2,0% από το 1,8% που ήταν η προηγούμενη εκτίμηση και αναμένουν ακόμα υψηλότερη ανάπτυξη 2,2% το 2018, σύμφωνα με ανακοίνωση τους.

                «Η οικονομία κινείται ολοταχώς», ανέφερε το DIHK, προσθέτοντας ότι η ανοδική πορεία γενικώς βασίζεται στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση και τις ισχυρές εξαγωγές. «Οι επενδύσεις έρχονται ως πρόσθετος κινητήριος παράγοντας της ανάπτυξης».

                Σύμφωνα με τη φθινοπωρινή έρευνα του DIHK, το επιχειρηματικό κλίμα αναφορικά με τις τρέχουσες συνθήκες ανήλθε σε ιστορικά υψηλό επίπεδο καθώς το 51% των εταιρίων ανέφερε καλές συνθήκες, το 43% δήλωσε ότι τα πράγματα κινούνται ικανοποιητικά και μόνο το 6% είπε ότι η κατάσταση είναι κακή.

                Η έρευνα του DIHK με δείγμα 27.000 διευθυντές, η μεγαλύτερη του είδους της στη Γερμανία, βρήκε ότι το 25% αναμένει οι συνθήκες να βελτιωθούν περαιτέρω, το 64% να παραμείνουν σταθερές και μόνο το 11% να επιδεινωθούν.

                Αναφορικά με τις μεγαλύτερες απειλές για τη μελλοντική ανάπτυξη, οι περισσότερες εταιρίες αναφέρθηκαν στην έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού και την αύξηση του εργατικού κόστους.

ΤΦ

 ΑΠΕ-ΜΠΕ- Reuters

 

Σελίδα 1 από 62

Η Ελληνική Εφημερίδα στην Ευρώπη-

DIE GRIECHISCHE ZEITUNG IN EUROPA

Am Schomm 40, 41199 Mönchengladbach  
Telefon: +49 2166 64 78 733 
E-Mail: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε..

Εγγραφή σε Newsletter

Εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε τα νέα του Europolitis.eu
captcha 
×

Το Europolitis.eu χρησιμοποιεί cookies για βελτιστοποίηση της εμπειρίας του χρήστη. Με τη χρήση αυτού του ιστοτόπου, αποδέχεστε τη χρήση των cookies. OK     Διαβάστε περισσότερα...